Δεν ζουν οι
μαθητές στη γυάλα, αυτή έσπασε από δεκαετίες, αλλά στην καρδιά της ενήλικης
κοινωνίας, με τη βία, τον παραλογισμό και τα ευτράπελά της, ωστόσο δηλώνουν
ανήσυχοι για τις παρενοχλήσεις που θα υποστούν, με την έναρξη των μαθημάτων,
από συμμορίες (;) ανηλίκων που στήνουν «καραούλι» έξω από σχολεία και
φροντιστήρια για να επιτεθούν.
Ούτε το
καλοκαίρι κόπασε το αντισχολικό μένος ορισμένων εφήβων. Ομάδα εννέα 13χρονων
και 14χρονων «ρήμαξε» τον Ιούλιο και Αύγουστο πέντε σχολεία της Ηλιούπολης:
κατέστρεφαν θρανία, πίνακες, λάμπες, έβαζαν φωτιά σε κάδους απορριμμάτων,
έκλεβαν υπολογιστές, τηλεοράσεις, ηχεία, βιντεοπροβολείς... Σοβαρό. Δεν είναι
φαινόμενο της σημερινής εποχής, αλλά όλων των εποχών κρίσεων –στην Ευρώπη, από
τον 16ο και 17ο αι. καταγράφονται συμμορίες ανηλίκων–, και δεν είναι πλέον μόνο
συνέπεια του χαμηλού εισοδήματος, της προβληματικής στέγασης και υγειονομικής
περίθαλψης, της ανεργίας ή απουσίας των γονιών, ενός κοινωνικού σύμπαντος σε σταθερή
αρρυθμία όπου το έγκλημα αποβαίνει η κορυφαία διασκέδαση (η Ηλιούπολη δεν είναι
περιοχή όπου κυριαρχούν η κοινωνική αποδόμηση, η αποδιοργάνωση, το πολύ υψηλό
ποσοστό μεταναστών).
«Κι εσύ, ποιανού είσαι;» ρωτάγανε οι άνθρωποι παλιότερα στα
χωριά της Κρήτης -κι οι μεγαλύτεροι ρωτούνε ακόμα- όταν σε θωρούσανε στο δρόμο
ή στο καφενείο και δεν σ’ αναγνωρίζανε.
Σε βλέπανε άγνωστο κι έπρεπε να σε ταυτοποιήσουν, να σε
προσδιορίσουν για να μπορέσουν να σε διαχειριστούν, καθότι το άγνωστο τρομάζει
μα και συναρπάζει συνάμα, εξάπτει και θορυβεί, κεντρίζει την περιέργεια κι
ενεργοποιεί αντανακλαστικά κι αμυντικούς μηχανισμούς. Δεν θέλανε να μάθουνε
ποιος είσαι, αλλά ποιανού είσαι· το δεύτερο καθόριζε το πρώτο.
Ας
ξεκινήσουμε από τα προφανή. Η επιστήμη μπορεί σίγουρα να είναι συναρπαστική, να
είναι χρήσιμη, να είναι ακόμα η κινητήρια δύναμη όλης της σύγχρονης
τεχνολογίας, να είναι και πολλά άλλα πράγματα που μπορείτε να προσθέσετε μόνοι
σας. Αλλά πώς μπορεί να έχει και μια εγγενή ηθική αξία; Κάποιοι είναι ακόμα
διατεθειμένοι να αναγνωρίσουν στην επιστήμη και μια θεμελιώδη πολιτιστική
αξία. Να δεχτούν ότι ορισμένα από τα επιτεύγματά της είναι ταυτόχρονα και
θεμελιώδη πολιτιστικά επιτεύγματα του είδους μας. Και επικαλούνται τη θεωρία
της εξέλιξης και την επιστημονική
ανασυγκρότηση της ιστορίας του κόσμου από τη Μεγάλη Έκρηξη έως
σήμερα, ως τα δύο κορυφαία παραδείγματα τέτοιων επιτευγμάτων. Η συνείδηση του
εαυτού μας και του κόσμου, όπως αναδύθηκε από
τα
επιτεύγματα αυτά -συνεχίζουν οι υποστηρικτές της συγκεκριμένης άποψης- είναι
πια μέρος του πολιτιστικού μας γονιδιώματος. Η επιστήμη είναι λοιπόν και κάτι
πολύ περισσότερο απ' όσα αναφέρθηκαν αρχικά. Είναι μια θεμελιώδης συνιστώσα του
πολιτισμού μας.
Έπρεπε, τελικά, να το εισάγουµε ως όρο από το εξωτερικό για
να αρχίσουμε να του δίνουμε τη σημασία που του πρέπει. Bullying (και) στα
σχολεία. Η κακοποίηση, το νταηλίκι, ο βασανισμός, η βίαιη επικράτηση του
«δυνατού». Διαβάζω τελευταίως καταγγελίες, θεωρίες, άρθρα που προτρέπουν τους
γονείς να αντιδρούν αν πέσουν στην αντίληψή τους τέτοια θέματα. Δεδομένου του
ξαφνικού ενδιαφέροντος θα έλεγα πως για έναν περίεργο λόγο οι ανά την Ελλάδα
μαθητές έγιναν εξαιρετικά βίαιοι. Αυτό αν δεν θυμόμουν ότι πριν από περίπου
τέσσερις δεκαετίες πέρασα και εγώ από το ελληνικό σχολείο. Αν δεν θυμόμουν τον
Γ. που τον είχαν κλειδώσει στην τουαλέτα σε ένα διάλειμμα έχοντας πάρει το
παντελόνι του. Τον Κ. που δεν τολμούσε να βγει στο προαύλιο γιατί οι νταήδες
της τάξης τον περίμεναν επιφυλάσσοντάς του καθημερινά κάποια νέα απαξιωτική
δοκιμασία. Την πληθωρική Α. που ο ένας μετά τον άλλο της τραβούσαμε την καρέκλα
όταν πήγαινε να καθήσει, για να γελάμε με τις ατσούμπαλες πτώσεις της. Όσο
«επιστρέφω» στα σχολικά χρόνια (τα οποία, με λύπη μου το λέω, καθόλου δεν τα
νοσταλγώ), τόσο περισσότερα περιστατικά έρχονται στο μυαλό μου, με θύματα
συμμαθητές μου, στενούς φίλους μου, εμένα τον ίδιο, ακόμη και εκπαιδευτικούς -
τι να γίνεται ο Δ. που κλωτσούσε μανιωδώς τη δασκάλα, στη Β' Δημοτικού; Είχαν/είχαμε,
έχουν και θα έχουν μια σκληρότητα τα παιδιά, που δεν τους επιτρέπει να βάλουν
φρένο όταν το διαβολάκι μέσα τους υπερισχύει. Εύκολα εκδηλώνουν τον χειρότερο
εαυτό τους όταν βρεθούν σε θέση ισχύος. Δεν είναι, λοιπόν, καινούργιο το
bullying. Οσο και αν μερικοί το παρουσιάζουν ως ασθένεια της εποχής, μια
παραδοσιακή τακτική παραμένει στην πορεία ενός παιδιού προς την ενηλικίωσή του,
με καθέναν από εμάς να γίνεται θύτης ή θύμα ανάλογα με την περίσταση.
Τον τελευταίο καιρό τα
φαινόμενα της βίας και του εκφοβισμού στα σχολεία φαίνεται πως έχουν πάρει
διαστάσεις, όπως διαπιστώνεται από περιστατικά που φθάνουν στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, από ανακοινώσεις
σε ειδικές ημερίδες συνέδρια και
συναντήσεις και από την καθημερινή εμπειρία μας και επαφή μας με τη σχολική πραγματικότητα. Όλοι έχουμε
ακούσει ή παρακολουθήσει σε μέσα ενημέρωσης
πολύ κακές ειδήσεις και εικόνες αποτρόπαιης βίας στα σχολεία.
Θα μπορούσε να θεωρηθεί μία από τις
χαρακτηριστικότερες φωτογραφίες της νέας αιγυπτιακής εξέγερσης: ένας
άνθρωπος προχωρημένης ηλικίας έχει καταφέρει ν’ ανέβει στην κορυφή ενός
φοίνικα του Καΐρου και υψώνει εκεί τα χέρια του προς τον ουρανό. Στο δεξί
κρατάει το Κοράνι. Στο αριστερό τον σταυρό. Σαν ένας παράδοξος Μωυσής που
ξέρει πια, και η γνώση του αυτή δεν του επιτρέπει τον ενθουσιασμό. Μάλλον
δεν απευθύνεται προς τον Θεό του Κορανίου και τον Θεό των Ευαγγελίων, για
να τους παρακαλέσει να παρέμβουν κατευναστικά στα ανθρώπινα πάθη και να
εγκαθιδρύσουν επιτέλους τη δικαιοσύνη και την ειρήνη. Το μήνυμά του, το
δικό του ευαγγέλιο ή κοράνιο, δεν απαρτίζεται από λέξεις αλλά από δύο
σύμβολα μόνο, και απευθύνεται στους θνητούς. Προτείνοντας σαν ισότιμες και
ισοδύναμες τις δύο θρησκείες, τον χριστιανισμό και τον ισλαμισμό, εύχεται
την πιθανόν ανέφικτη ειρηνική συνύπαρξή τους· στην ουσία όμως συμβάλλει στην
αλληλοεξουδετέρωσή τους ως πηγών ενός πάθους που ιστορικά αποδείχθηκε
καταστροφικό και όχι δημιουργικό. Αν υπάρχει μήνυμα στο διάβημά του, είναι
απλό: οι άνθρωποι οφείλουν να προσπαθήσουν να βρουν έναν τρόπο δίκαιης
συμπόρευσης, ελευθερωμένοι από τον θρησκευτικό φανατισμό.
Του Νίκου Δήμου Ο ρατσισμός είναι επικίνδυνος επειδή είναι παγκόσμιος
και πανανθρώπινος. Ο κάθε άνθρωπος γεννιέται ρατσιστής – δηλαδή με τον φόβο του
άλλου, του άγνωστου, του διαφορετικού. Είναι ουτοπική αφέλεια να θεωρούμε ότι ο άνθρωπος γεννιέται αγνός, αγαθός και αθώος. Αντίθετα, κουβαλάει όλα τα αρνητικά
του πρωτόγονου : φόβο, μίσος, επιθετικότητα... Την αγάπη θα τη μάθει αργότερα,
αν τη μάθει. (Μερικοί δεν τη μαθαίνουν ποτέ. Ή μαθαίνουν μόνο τον δεσμό με τη
μάνα και τους δικούς τους.) Γεννιέται ρατσιστής και μεγαλώνει ρατσιστής,
διατηρώντας μέσα του τους ίδιους φόβους, την ίδια δυσπιστία – που συχνά τους
ενισχύει η οικογένεια και το περιβάλλον.
Η ιδέα της πατρίδας έχει υποστεί φθορές από την κάκιστη χρήση
και την κατάχρηση που της έκαναν ο εθνικισμός και ο φασισμός. Ο φασισμός
μιλούσε για την πατρίδα, έλεγε ότι πρέπει να θυσιάζουμε τη ζωή μας αλλά και να
σκοτώνουμε για την πατρίδα και στο όνομα της πατρίδας εξαπέλυε τους επιθετικούς
του πολέμους και τα πογκρόμ του ενάντια στους «απάτριδες».
Είναι η ανοχή
απαραίτητο στοιχείο σε μια δημοκρατία; Από πρώτη άποψη, η απάντηση φαίνεται ότι
πρέπει να είναι θετική. H δημοκρατία προϋποθέτει μια παράδοση πολιτικής σκέψης
που δέχεται, αντίθετα με όλες τις άλλες, ότι μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν
πολλές διαφορετικές σχολές σκέψης και όχι να βασιλεύει μια ορθοδοξία. Ο
πλουραλισμός όμως δεν είναι συνώνυμος με την ανοχή. H ανοχή ως στάση, που
θεωρείται φυσιολογικό κεκτημένο στον δυτικό πολιτισμό σήμερα, είναι μια
προδημοκρατική έννοια που γεννήθηκε την εποχή των θρησκευτικών πολέμων στη
Γαλλία και στη Γερμανία (16ος και 17ος αιώνας). Αποτελεί στην αφετηρία της όχι
αρετή, αλλά φόρμουλα συμβιβασμού μεταξύ φανατισμένων οπαδών αντίπαλων
θρησκειών. Γι' αυτό και δεν έχει θεωρητική συγγένεια με τον δημοκρατικό πλουραλισμό.
Του Νίκου Δεμερτζή 1η Ετυμολογικά ο «ρατσισμός» προέρχεται από την ισπανική λέξη
raza και την πορτογαλική raca , που χρονολογούνται από το 13ο αιώνα. Και στις
δύο αυτές γλώσσες η λέξη σχηματίσθηκε από τα αραβικά, στα οποία ras σημαίνει
κεφάλι. Οι άραβες παλιά ήταν νομάδες και χωρισμένοι σε διαφορετικές φυλές. Στα
πλαίσια της φυλής του, ο καθένας έδινε μεγάλη σημασία στη γνώση-επίγνωση της
γενεαλογικής του καταγωγής βάσει της οποίας αποκτούσε και διατηρούσε προνόμια
και υποχρεώσεις. Η καταγωγή, δηλαδή, προσδιόριζε την κοινωνική θέση του καθενός.
Η γνώση όμως της καταγωγής μεταβιβαζόταν προφορικά, από στόμα σε στόμα. Έτσι ο
καθένας όφειλε να την συγκρατεί στη μνήμη του, να την έχει μέσα στο «κεφάλι»
του.
1) Όλο και πιο συχνά γινόμαστε μάρτυρες ή δράστες (ακούσιοι ή εκούσιοι) απαξιωτικών συμπεριφορών προς τους αλλοδαπούς που ζουν και δραστηριοποιούνται στη χώρα μας. Η εύστοχη παρατήρησή σας πως η δήλωση ότι οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές είναι από μόνη της μια πιστοποίηση ρατσισμού (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 22-10-04) σκιαγραφεί το μέγεθος του προβλήματος. Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο μεγαλύτερος φόβος αυτών που φοβούνται τους ξένους;
Ας ξεκινήσουμε από την βάση: όλοι γεννιόμαστε ρατσιστές – δηλαδή φοβισμένοι, δύσπιστοι προς τον ξένο, τον διαφορετικό. Γι' αυτό και η φράση «οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές» είναι ρατσιστική. Θεωρεί ότι οι Έλληνες είναι καλύτεροι από τους άλλους λαούς. Όμως όλοι κρύβουμε μέσα μας ένα ρατσιστή και μόνον η σωστή παιδεία και η ορθός λόγος μας βοηθάνε να τον εξουδετερώσουμε. Κι αυτό χρειάζεται σχεδόν καθημερινή προσπάθεια.
Αίσθηση -και διαμαρτυρίες- προκάλεσε η πρόσφατη φωτογραφική καμπάνια της Benetton για την προώθηση της ανεκτικότητας και της παγκόσμιας αγάπης... Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου εικονίζεται να φιλάει στο στόμα τον Μαχμούτ Αμπάς, ο Μπαράκ Ομπάμα τον Ούγκο Τσάβες (και σε άλλη φωτογραφία τον Χου Τζιντάο), η Αγκελα Μέρκελ τον Νικολά Σαρκοζί, ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ τον Αιγύπτιο ιμάμη Αχμέντ ελ-Ταγιέμπ, επιφέροντας έστω και μια στιγμιαία ανατροπή σε έναν κόσμο εντυπωσιακής έλλειψης ανοχής και οξυμένων θρησκευτικών, φυλετικών, κοινωνικο-ιδεολογικών συγκρούσεων.
Το να ζούμε με τους ξένους δεν είναι καθόλου καινούργιο στη νεότερη ιστορία. Αλλά η ιδέα ήταν σε χοντρές γραμμές ότι όποιος είναι ξένος, διαφορετικός από σένα, αργά ή γρήγορα θα χάσει τον χαρακτήρα του ξένου.
Δεν γνωρίζουμε, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε, τον ακριβή αριθμό των ξένων οικονομικών μεταναστών στην Ελλάδα. Υπολογίζεται σε 800.000 μέχρι 1.000.000. Λιγότεροι ή περισσότεροι από τους αριθμούς αυτούς, οι μετανάστες αποτελούν αναντίρρητα μια κρίσιμη μάζα τής σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας σε ανθρώπινο, οικονομικό, κοινωνικό, πληθυσμικό και εθνικό επίπεδο. Παράλληλα, ένα άλλο επίπεδο, καθοριστικό για την όποια πολιτική στο ζήτημα των οικονομικών μεταναστών, είναι το εκπαιδευτικό, με κύρια πλευρά τη γλωσσική εκπαίδευση των μεταναστών. Συγκεκριμένα, πρέπει να μελετηθεί τι κάνει ήδη και τι μπορεί να κάνει η Πολιτεία για να μάθουν Ελληνικά οι χιλιάδες των μεταναστών και τα παιδιά των μεταναστών, ώστε να μπορέσουν να ενταχθούν ομαλά και δημιουργικά στην ελληνική κοινωνία. Βεβαίως, προϋπόθεση για οποιαδήποτε συζήτηση περί γλωσσικής εκπαίδευσης των μεταναστών είναι ότι πρώτα η Πολιτεία η ίδια θα αποφασίσει, με τα αρμόδια όργανά της και την πολιτική που εκείνη έχει την ευθύνη να χαράξει, πόσους μετανάστες, ποιους, από ποιες χώρες και με ποιους όρους κρίνει ότι μπορούν και πρέπει να ενταχθούν και να ζήσουν στην Ελλάδα. Αυτό που υποστηρίζουμε εδώ είναι ότι σ' αυτή την περίπτωση θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα με νομοθετική πρόβλεψη από την Πολιτεία πώς θα αντιμετωπισθεί το θέμα τής γλωσσικής εκπαίδευσης των μεταναστών, όχι μόνο των ανηλίκων (μαθητών σε σχολεία) αλλά και των ενηλίκων.
Θα άξιζε να αναφέρουμε εν πρώτοις «το πρότυπο τής Ολλανδίας», πώς αντιμετώπισαν οι Ολλανδοί το ζήτημα τού να μάθουν οι μετανάστες τους τα Ολλανδικά. Για τους μετανάστες που επίσημα και νόμιμα γίνονται δεκτοί σ' αυτή τη χώρα, έχει προβλεφθεί και εφαρμόζεται ένα σύστημα υποχρεωτικής εκμάθησης τής γλώσσας με ειδική διδασκαλία για ένα έτος. Οι μετανάστες δεν επιτρέπεται να εργασθούν, αν δεν περάσουν από αυτή την υποχρεωτική εκπαίδευση στη γλώσσα, για την οποία και επιδοτούνται από το κράτος, ώστε να μπορέσουν να ασχοληθούν εντατικά και απερίσπαστα με τη γλώσσα και να περάσουν μετά στον χώρο τής εργασίας. Παράλληλα, τα παιδιά τους φοιτούν στα σχολεία με ειδική βοήθεια στη γλωσσική τους κατάρτιση. Ο γράφων έχει συνείδηση τής περίφημης και μονίμως απαγορευτικής «ελληνικής πραγματικότητας» που δεν θα επέτρεπε να προτείνει κανείς το ολλανδικό μοντέλο, αφού και οι όροι και η μορφή τής μετανάστευσης στην Ελλάδα διαφέρουν σημαντικά. Ωστόσο, υπάρχουν τρόποι, αφού ξεκαθαρίσουν περισσότερο τα πράγματα από πλευράς Πολιτείας, να αντιμετωπισθεί το ζήτημα πιο συστηματικά και με καλύτερα αποτελέσματα για τους ίδιους τους μετανάστες και για τη χώρα όπου θα ζήσουν, ώστε να αποφεύγονται ορισμένα παράπονα και κοινωνικο-εκπαιδευτικά προβλήματα που γεννώνται στις λεγόμενες «μικτές τάξεις» των δημοσίων ελληνικών σχολείων, όπου φοιτούν πολλά παιδιά οικονομικών μεταναστών (Αλβανάκια κυρίως, αλλά και παιδιά Πολωνών, Βουλγάρων, Πακιστανών, Ρώσων, Κούρδων και άλλων).
Κατ' αρχάς, θα πρέπει να οργανωθούν ειδικά εντατικά μαθήματα γλώσσας (κατά επίπεδα γνώσης τής γλώσσας) για τα μεταναστόπουλα, προτού ενταχθούν στις κοινές τάξεις μαζί με τα παιδιά που έχουν την Ελληνική ως μητρική γλώσσα. Αλλά και αφού ενταχθούν σε κοινές τάξεις, πρέπει να συνεχισθεί όπου χρειάζεται με ενισχυτικά μαθήματα η τόνωση τής ελληνομάθειας αυτών των παιδιών. Έτσι δεν θα υπάρχουν τα γνωστά και αναπόφευκτα σήμερα προβλήματα να υπάρχουν μέσα στην τάξη μαθητές δύο γλωσσικών και, κατ' επέκταση, δύο μαθησιακών ταχυτήτων που εμποδίζουν το διδακτικό έργο στα περισσότερα δημόσια σχολεία. Αλλιώς, και τα μεταναστόπουλα (μαζί με τα όποια άλλα κοινωνικά, οικονομικά, οικογενειακά κ.λπ. προβλήματα που έχουν) δεν μπορούν να προχωρήσουν ομαλά στο σχολείο και τα Ελληνόπουλα παρεμποδίζονται σε μια ποιοτική εκπαίδευση που δικαιούνται και που είναι ό,τι πιο σημαντικό πρέπει να εξασφαλίσει γι' αυτά η Πολιτεία.
Ανάλογη ειδική, ταχύρρυθμη γλωσσική εκπαίδευση πρέπει να οργανωθεί με τη θέσπιση μάλιστα κάποιων κινήτρων για ενήλικους μετανάστες. Ειδικά καταρτισμένοι δάσκαλοι θα πρέπει να εφαρμόσουν στη διδασκαλία των ενηλίκων την επικοινωνιακή μέθοδο και να τους καταστήσουν ικανούς μέσα στον συντομότερο δυνατό χρόνο να χρησιμοποιούν τα Ελληνικά για καταστάσεις επικοινωνίας που χρειάζονται την εργασία τους και στην καθημερινή τους ζωή. Παράλληλα να τους διδάξουν μέσα από τη γλώσσα στοιχεία τού ελληνικού πολιτισμού, των ανθρώπων και τής χώρας όπου θα ζήσουν, στοιχεία τα οποία έχουν ενσωματωθεί στη γλώσσα και είναι απαραίτητα για την εκμάθηση και τη χρήση της.
Δεν έθιξα μέχρι τώρα τους λόγους που επιβάλλουν τη γνώση τής Ελληνικής για τους μετανάστες στην Ελλάδα, γιατί τους θεωρώ προφανείς. Είναι προφανές ότι αν η πολιτική τής χώρας μας είναι να δεχθεί και να εντάξει στον εθνικό και κοινωνικό κορμό τής Ελλάδας έναν αριθμό μεταναστών που εκείνη θα καθορίσει, η ομαλή λειτουργική και ουσιαστική ένταξη των μεταναστών συνδέεται με μια σωστή γλωσσική εκπαίδευση. Άτομα που δεν μιλούν τη γλώσσα τής χώρας όπου ζουν είναι καταδικασμένα στην κοινωνική περιθωριοποίηση και στη συσπείρωσή τους μέσα σε αποκλεισμένες ομάδες (γκέτο). Και δεν είναι μόνο η απόδοση στην εργασία και η εξέλιξη στον χώρο δουλειάς που περιορίζεται από την άγνοια τής γλώσσας, αλλά και η παραβατικότητα που αυξάνεται λόγω τής κοινωνικής περιθωριοποίησης, η οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στη γλωσσική-επικοινωνιακή απομόνωση. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η ένταξη και αξιοποίηση τού δυναμικού των μεταναστών στη χώρα μας περνάει αναγκαστικά μέσα από τη γλώσσα.
Από τον ημερήσιο Τύπο
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ
Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας, πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Είναι πλέον κοινοτοπία η διαπίστωση για την αύξηση και την ποιοτική διαφοροποίηση της εγκληματικότητας τα τελευταία χρόνια. Οι πάσης φύσεως εκτιμήσεις σχετικά με την ερμηνεία της αύξησης είναι διαχρονικά αυτές που κάθε φορά γίνονταν εύκολα αντιληπτές: άλλοτε ευθύνονται οι (λαθρο)μετανάστες, άλλοτε η οικονομική κρίση, άλλοτε η κρίση αξιών... Είναι ο «κακός άλλος», ο αποδιοπομπαίος τράγος, ο εγκληματίας. Οι συλλογικές αυτές εικόνες και αναπαραστάσεις διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από τα μίντια και τον τρόπο παρουσίασης της εγκληματικότητας.
Το ερώτημα τίθεται, ήδη από πολλές πλευρές και με πολλούς τρόπους: σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, περιφερειακών ολοκληρώσεων και ασυγκράτητης μετακίνησης μεταναστευτικών πληθυσμών, όταν τα εθνικά σύνορα τα πραγματικά και τα νοητά (π.χ. τα σύνορα του πολιτισμού και της παιδείας) είναι πλέον διάτρητα και παραβιάζονται από «ξένες δυνάμεις» τι μπορεί να είναι η πατρίδα και ποιο το περιεχόμενο του πατριωτισμού.
O ρατσισμός είναι ένας από τους εφιάλτες της ιστορίας του ανθρώπου. Και καμία δήλωση του τύπου «εγώ δεν είμαι ρατσιστής» ή «οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές» δεν μας προφυλάσσει από τις συνεχείς μετατοπίσεις του «εγώ» και του «εμείς» προς μια ιδεολογία της υποψίας και του φόβου.
Ο δικός μας ρατσισμός, ο ελληνικός, έχει ήδη πιάσει ρίζες στην κοινωνία και η αναγνώρισή του δεν αφορά μόνο τις πιο ωμές και πιο πρωτόγονες εκδηλώσεις του που προκαλούν αποτροπιασμό.
Πέρα από αυτές και πιο επικίνδυνες από αυτές, υπάρχουν υποσυνείδητες ή καλυμμένες μορφές έχθρας, περιφρόνησης, ανωτερότητας, αποκλεισμού.
Υπάρχει ένα καθημερινό δηλητήριο, που διατρέχει διαταξικά τις αρτηρίες της κοινωνίας. Ένα μείγμα επιθετικότητας και φόβου. [ … ]
ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
Από τον Τύπο
Περί ανεκτικότητας...
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ Ημέρα Ανεκτικότητας σήμερα. Την καθιέρωσε ο ΟΗΕ το 1995 και τη γιορτάζει κάθε χρόνο στις 16 Νοεμβρίου, σε μια προσπάθεια να ευαισθητοποιήσει την παγκόσμια κοινότητα για την ανάγκη αποδοχής του διαφορετικού στις ανθρώπινες σχέσεις. Με μα έννοια σήμερα γιορτάζουν οι διαφορετικοί. Αυτό που λέγαμε παλιά: το δικαίωμα στη διαφορά!
Η ανεκτικότητά μας απέναντι στο ξένο, το άγνωστο, το διαφορετικό, το εναλλακτικό αποτελεί βασικό κριτήριο πολιτισμού και δημοκρατικότητας κάθε κοινωνίας, κάθε πολιτείας και ξεχωριστά του καθενός και της καθεμίας. Είναι δείκτης ευαισθησίας και κατανόησης του άλλου. Γιατί ο άλλος είμαι εγώ. Και εσύ.
ΟΙ ιδεολογίες, οι θρησκείες, οι εθνικισμοί, τα συμφέροντα προσπαθούσαν κάπου να μας κατατάξουν, να μας ομογενοποιήσουν, να μας μαντρώσουν, αλλά ο καθένας μας δεν παύει να 'ναι ξεχωριστός, ιδιαίτερος, μοναδικός. Είμαστε όλοι μεταξύ μας διαφορετικοί και ταυτόχρονα υποχρεωμένοι να ζούμε μαζί.
Η κουλτούρα της ανεκτικότητας είναι το πιο ισχυρό αντίδοτο στον πόλεμο, τη βία, το θρησκευτικό φονταμενταλισμό, το ρατσισμό, τις διακρίσεις, τον κοινωνικό αποκλεισμό. […]
Ο ΞΕΝΟΣ-ΜΕΤΟΙΚΟΣ αποτυπώνει αιώνια και διαχρονικά στην ιστορία του ανθρώπου τον ΑΛΛΟΝ που, μακριά από την πατρίδα του, είτε αυτή είναι πόλη-κράτος της αρχαιότητας ή κράτος με τη σύγχρονη μορφή και έννοια, αναζητά καταφύγιο, άσυλο και νέα ευκαιρία ζωής. Ειδικότερα, το αρχαίο δράμα εξετάζει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ ταυτότητας και ετερότητας σε όλα της τα επίπεδα. Στα έργα των αττικών τραγικών, αλλά και κωμικών ποιητών, παρίσταται ο πολίτης στον μέτοικο, ο Αθηναίος απέναντι στον μη Αθηναίο Έλληνα, ο Ίωνας απέναντι στον Δωριέα, ο Έλληνας απέναντι στον ξένο, και τέλος ο πολιτισμένος Έλληνας ή βάρβαρος απέναντι στον αλλοτριωμένο ή πρωτόγονα άγριο άνθρωπο. Η γνώση και αναγνώριση του κοινού και του διαφορετικού ανάμεσά τους αποτελεί κλασική συμβολή των Ελλήνων στη μελέτη του ανθρώπου, του πολιτισμού και στην αναζήτηση της διαπολιτισμικής ή διαχρονικής αλήθειας που δεν εξαντλείται στα φαινόμενα, αλλά συνάγεται από αυτά. Στη σύγχρονη εποχή το φαινόμενο του μέτοικου και του ξένου, της ταυτότητας και της ετερότητας, εκδηλώνεται σε παγκόσμιο πλέον επίπεδο, σε γιγαντιαίες και εν πολλοίς δραματικές διαστάσεις, αποτυπώνοντας και την τραγωδία του ανθρώπινου πολιτισμού. Από τα τέλη του 20ού αιώνα και σήμερα, μεγάλες μάζες ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης, που βιώνουν τον πόλεμο, την καταπίεση και την εξόντωση μετακινούνται από την Αφρική και την Ασία προς τη Δύση, εκεί όπου ο υλικός πολιτισμός τις τελευταίες εκατονταετίες διένυσε αλματώδη πρόοδο στο εμπόριο, στην τεχνολογία και στην τεχνική. Ο κόσμος κατάφερε σήμερα να επιτύχει γιγαντιαία επιτεύγματα στην ιατρική, στις επικοινωνίες και τις συγκοινωνίες, στη διακίνηση των αγαθών και την καταπράυνση του ανθρώπινου πόνου, συνεχίζει όμως να μαστίζεται από την προκλητικά άνιση ανάπτυξη. Η ταυτότητα και η ετερότητα βρίσκονται αντιμέτωπες με την πραγματικότητα του φόβου και της αγωνίας εκείνων που μετακινούνται και αναζητούν νέες πατρίδες ως «Γη της Επαγγελίας» και με εκείνους που τους υποδέχονται με βούληση φιλοξενίας χωρίς όμως να είναι απαλλαγμένοι από στερεότυπα, προλήψεις και προκαταλήψεις, φοβίες και ανασφάλειες απέναντι στον ξένο φορέα ενός άλλου πολιτισμού και μιας άλλης κοινωνικής συμπεριφοράς. Πρόκειται για μια στιγμή-τομή στην πορεία του ανθρώπινου γένους όπου τα έθνη-κράτη μεταβάλλονται αναγκαστικά σε πολυεθνικές κοινωνίες οι οποίες ασφυκτιούν όχι μόνον από την αδυναμία της ενσωμάτωσης ή της αποδοχής του ξένου αλλά και το πρόβλημα της αντοχής των οικονομιών, εν μέσω μάλιστα της μεγαλύτερης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που γνώριζε η ανθρωπότητα μετά το 1929 και που ουδείς φαντάζεται πώς και πότε θα ξεπεραστεί. Αλλά και με την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης, το πρόβλημα της παγκόσμιας φτώχιας και ανέχειας παραπέμπει στην αναγκαιότητα της ανακατανομής του παγκόσμιου πλούτου και των πόρων ανάπτυξης κατά τρόπο ισότιμο και ισόρροπο, πράγμα που προϋποθέτει παγκόσμιο κράτος ή παγκόσμια διακυβέρνηση, ζητήματα που παραπέμπουν σε μουσική του μέλλοντος. Προς το παρόν οι κοινωνίες και τα κράτη πρέπει να βρουν λύσεις στην αξιοπρεπή και κοινωνικά αποτελεσματική αντιμετώπιση του ξένου, του πρόσφυγα, του μετανάστη, του μέτοικου, όπως επιτάσσει και ο κλασικός και ο σύγχρονος πνευματικός μας πολιτισμός. [ …]
Από τον Τύπο ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ Ο καθηγητής ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ είναι διευθυντής του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών.
Ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία αισθανόμαστε συχνά ότι απειλούμαστε. Η παγκοσμιοποίηση, οι φυσικές καταστροφές, η οικονομική κρίση, οι δυσκολίες της καθημερινής ζωής μάς δημιουργούν την αίσθηση ότι δεν τα καταφέρνουμε πλέον να αντιμετωπίσουμε απειλές που είναι συχνά απρόβλεπτες. Αισθανόμαστε ανυπεράσπιστοι και ανίκανοι να δράσουμε, και συνεπώς φοβόμαστε. Είναι ένας ακαθόριστος φόβος τον οποίο μεταφέρουμε κυρίως στους ξένους».
Ο Αλέν Τουρέν μιλάει στον Φάμπιο Γκαμπάρο, ανταποκριτή της ιταλικής «La Repubblica» στο Παρίσι.
Ο Γάλλος κοινωνιολόγος εξηγεί το φαινόμενο της ξενοφοβίας ως αντίδραση που αποκαλύπτει τις αντιφάσεις μιας όλο και πιο κατακερματισμένης και ανασφαλούς κοινωνίας: «Μέσα από την ξενοφοβία εκδηλώνεται ο φόβος για όποιον είναι διαφορετικός από μας όχι μόνο στη φυσική του μορφή, αλλά και στην κουλτούρα, τη θρησκεία ή τους τρόπους ζωής.
Τα χαρακτηριστικά του άλλου, ωστόσο, είναι μόνον ένα πρόσχημα, για να μπορούμε να προβάλλουμε πάνω του τις δικές μας αγωνίες. Απορρίπτοντας τον άλλον για το ένα ή το ένα άλλο χαρακτηριστικό του, η ξενοφοβία θέτει σε κίνηση μια δυναμική η οποία φτάνει ακόμα και να αρνείται την ανθρωπιά του άλλου, χαρακτηρίζοντάς τον μη ανθρώπινο, επειδή είναι διαφορετικός από μας. Η απανθρωποποίηση του άλλου είναι μια από τις χειρότερες συνέπειες της ξενοφοβίας. Για τον ξενόφοβο γίνεται αδύνατο να ζήσει μαζί με τους άλλους, απέναντι στους οποίους λειτουργεί ένα αληθινό ταμπού. Οι άλλοι γίνονται αντιληπτοί ως ακάθαρτοι. Η παρουσία τους απειλεί την καθαρότητα μιας εξιδανικευμένης κοινότητας, η οποία επομένως πρέπει και να προστατευτεί.
Με αυτόν τον τρόπο γεννιέται ο απόλυτος ξένος, που γίνεται παγκόσμια απειλή απέναντι στην οποία πρέπει να αμυνθούμε. Ωθούμενος ως τις ακραίες συνέπειές του, ένας τέτοιος συλλογισμός παράγει τον ρατσισμό, δηλαδή την πιο ακραία μορφή της ξενοφοβίας. Φυσικά, όποιος είναι ξενόφοβος κινείται πάντοτε σε ένα γενικό επίπεδο, στιγματίζοντας μιαν ολόκληρη κοινότητα, έστω και αν σε προσωπικό επίπεδο θα έχει έναν άραβα, σενεγαλέζο ή ρουμάνο φίλο, για να τον επιδεικνύει απορρίποντας κάθε κατηγορία για ξενοφοβία εναντίον του ιδίου.
Η αύξηση της ξενοφοβίας είναι μια ανησυχητική ένδειξη για την κοινωνία μας. Βέβαια, αν εξετάσουμε το ζήτημα σε μιαν ιστορική προοπτική, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η ιστορία του κόσμου κυριαρχήθηκε συχνά από την απόρριψη των άλλων, των "βαρβάρων", των διαφορετικών. Στο παρελθόν υπήρξαν πολύ χειρότερες καταστάσεις από τις σημερινές, όπως, για παράδειγμα, εκείνες που γεννήθηκαν από τη μεταχείριση των δούλων και από την αποικιοκρατία. Σήμερα ωστόσο, έπειτα από μια μακρά περίοδο κατά την οποία η ξενοφοβία φαινόταν βαθμιαία να υποχωρεί, μου φαίνεται ότι επιστρέφει και μας γυρίζει πίσω στη βαρβαρότητα.
Για να κατανοήσουμε τις αιτίες αυτής της εξέλιξης, πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι ζούμε σε μια κοινωνία πιο ανοιχτή και πιο κινητική, στην οποία οι επαφές ανάμεσα σε διαφορετικούς πληθυσμούς είναι πιο εύκολες και αυξάνονται διαρκώς. Είναι μια κατάσταση που παράγει αντιφατικές συνέπειες. Πλάι στο άνοιγμα και στη διαθεσιμότητα εκδηλώνεται και η επίταση της ανησυχίας, που τροφοδοτεί την απόρριψη των άλλων. Όταν όμως αντιμετωπίζεται εχθρικά και απορρίπτεται μια ολόκληρη κοινότητα, καταλήγει να αναδιπλώνεται στον εαυτό της και να βυθίζεται στη μνησικακία. Η πτώση στον κοινοτισμό και η ξενοφοβία διαπλέκονται στενά.
Η ξενοφοβία, βέβαια, γεννιέται και από μια κρίση ταυτότητας, αλλά δεν ενισχύουμε την ταυτότητά μας καταπολεμώντας όποιον είναι διαφορετικός. Αντίθετα, η επίγνωση της ταυτότητάς μας μεγαλώνει μέσα από το διάλογο με τον άλλον που διαφέρει από μας. Σε κάθε περίπτωση, είναι αλήθεια ότι η ξενοφοβία γεννιέται όταν μια ταυτότητα αισθάνεται ότι κινδυνεύει από απειλές που δεν είναι άμεσα αναγνωρίσιμες.
Η παγκοσμιοποίηση, εκτός του ότι θέτει υπό αμφισβήτηση την ταυτότητά μας, απειλεί και την ικανότητά μας για δράση. Όλο και πιο συχνά αισθανόμαστε ανήμποροι και ανίσχυροι.Σε ορισμένες καταστάσεις, όπως έχει υπογραμμίσει ο κοινωνιολόγος Αλέν Ερενμπέργκ, βρισκόμαστε μπροστά σε μια αληθινή κατάρρευση του εγώ. Τότε γίνεται εύκολο να φορτώσουμε την ευθύνη γι' αυτή την κατάσταση σε κάποιον άλλον, ο οποίος είναι αναγνωρίσιμος από το ένα ή το άλλο ειδικό του γνώρισμα. Η αόριστη και ασύλληπτη απειλή μπορεί έτσι να εντοπιστεί και επομένως μπορεί να αποκρουστεί πιο εύκολα. Είναι η δυναμική του αποδιοπομπαίου τράγου. [… ]
Φυσικά, η ασφάλεια είναι δικαίωμα όλων, το οποίο πρέπει να είναι εγγυημένο, ιδίως στο πιο αδύναμο τμήμα του πληθυσμού. Δεν πρέπει, ωστόσο, να πέφτουμε στη δημαγωγία, καθιστώντας υπεύθυνες για τις δυσκολίες μας ολόκληρες ομάδες ανθρώπων. Σήμερα όλες οι στατιστικές μάς λένε ότι η εγκληματικότητα είναι έργο κυρίως νέων μη μεταναστών. Η εγκληματική απειλή, επομένως, έρχεται από το εσωτερικό της χώρας και όχι από το εξωτερικό. Δεν είναι οι μετανάστες, που ζουν μέσα στην ανασφάλεια, εκείνοι που απειλούν την ασφάλειά μας. Χρειάζεται να συνεχίζουμε να το επαναλαμβάνουμε και να προσπαθούμε να επεξεργαζόμαστε πολιτικές ικανές να συνδυάζουν φιλοξενία των άλλων και δικαίωμα στην ασφάλεια».