Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Μιλώντας για πολιτισμό στην εποχή της κρίσης















Της Αρχοντίας   Κάτσουρα

Ινδία, αρχές του 20ού αιώνα. Ένας Ινδός γιατρός είναι ελαφρά άρρωστος και δέχεται την επίσκεψη τεσσάρων φίλων του: του –μάλλον διεφθαρμένου και άξεστου- επιθεωρητή της Αστυνομίας και του ανιψιού του, ενός βοηθού μηχανικού και του Χαμιντουλάχ, ενός άεργου εξαδέλφου του γιατρού που ζει εις βάρος του, ενίοτε δεχόμενος βάρβαρα και κακόγουστα αστεία για να γελούν οι φίλοι του.

Το δωμάτιο είναι άθλιο, κακόγουστο, βρόμικο και φτωχικό, ένα σμήνος μύγες κρέμεται από το καλώδιο του ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά ο τεμπέλης υπηρέτης του γιατρού Αζίζ βαριέται να τις σκοτώσει. Τα προβλήματά τους πολλά, σημαντικά και ασήμαντα: η βρετανική κατάκτηση και ο ρατσισμός που υφίστανται από τους Άγγλους, η φτώχεια και οι εθνοτικές και θρησκευτικές διαφορές που μαστίζουν τη χώρα και δεν επιτρέπουν στον λαό της να ευημερήσει. Ταυτόχρονα, επικρατούν βαριές κλιματικές συνθήκες, που επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση: ζέστη και υγρασία που κουράζουν το πνεύμα και κάνουν νωθρό το σώμα.  

Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα ξεσπά ένας καβγάς για ασήμαντη θρησκευτική αφορμή, εξάπτει τα πνεύματα και προκαλεί μια μικρή κρίση μεταξύ των φίλων. Κι όμως, συμβαίνει κάτι μαγικό: ο γιατρός Αζίζ ανασηκώνεται από το κρεβάτι του και με όλο το πάθος που τον διακρίνει απαγγέλλει ένα ποίημα για την ομορφιά – κάθε ομορφιά. Και ω του θαύματος: «…η άθλια κρεβατοκάμαρα γέμισε σιωπή, οι ανόητες ίντριγκες, η φλυαρία, η κούφια δυσαρέσκεια κατακάθισαν, ενώ λέξεις παραδεδεγμένες σαν αθάνατες γέμιζαν τον αδιάφορο αέρα… […] ο επιθεωρητής της Αστυνομίας […] καθόταν με το μυαλό του αδειανό, κι, όταν οι σκέψεις του, που ήταν βασικά χαμερπείς, γύριζαν πίσω στο νου του, είχαν μια ευχάριστη φρεσκάδα»(1).

 Η δύναμη της τέχνης είναι αυτή: μπορεί να δημιουργήσει μικρά θαύματα, να μας πάρει από τη μιζέρια και τη μικρότητα και, έστω για λίγο, να μας ανεβάσει πάνω από τα προβλήματα, σε έναν αέρα φρέσκο και καθαρό. Κι αυτό είναι το ζητούμενο στη σημερινή εποχή που όλα φαίνονται να συρρικνώνονται σε αριθμούς, στατιστικά στοιχεία και χρηματοοικονομικές αναλύσεις που τρομάζουν και αδικούν ακόμη και τα ψήγματα ομορφιάς που υπάρχουν γύρω μας. Η κρίση στην οικονομία έχει φέρει και κρίση στον πολιτισμό. Όχι με την έννοια ότι δεν παράγεται καλλιτεχνικό έργο – τουναντίον, ο καλοκαιρινός καλλιτεχνικός οργασμός στην Ελλάδα για παράδειγμα, παρά την πενία πόρων και την έλλειψη σχεδόν κάθε κρατικής βοήθειας, γέννησε αξιόλογες θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, εκθέσεις και δρώμενα.


Το πρόβλημα είναι βαθύτερο: τώρα περισσότερο από ποτέ η καλλιτεχνική δημιουργία και οι φορείς που την υπηρετούν τίθενται υπό το μικροσκόπιο της χρηματοοικονομικής ανάλυσης και του μετρήματος γρόσι-γρόσι της οικονομικής απόδοσης που μπορούν να φέρουν. Στις 4 Αυγούστου, η εφημερίδα «El Pais», με αφορμή την ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων του Μουσείου Πράδο στη Μαδρίτη, τα οποία έδειχναν μείωση του αριθμού των επισκεπτών και κατά συνέπεια μείωση των εσόδων του, αναρωτιόταν: Αυτό γιατί πρέπει να είναι είδηση; Μήπως πρέπει να δημιουργηθεί μέσα στο μουσείο ένα παράρτημα των ZARA ή ένα καζίνο ώστε να αυξηθεί η επισκεψιμότητα; Από πότε ο Βελάσκεθ έγινε εισπράκτορας; Μα, τόνιζε, αρκεί μόνο να σκεφτούμε ότι το γεγονός και μόνο ότι ανήκουμε στο ίδιο είδος του ζωικού βασιλείου με τον Τισιάνο μπορεί να είναι ένα στοιχείο ελπίδας ότι δεν θα εξαχρειωθούμε.

Το πρόβλημα είναι αντίστοιχο και στη Γαλλία, μια χώρα κάποτε υπερήφανη για την κουλτούρα της και τις χρηματοδοτήσεις υπέρ της πολιτιστικής ανάπτυξης. Οι Σοσιαλιστές είχαν εδώ και 30 χρόνια κάνει σημαία τους τον πολιτισμό, αυξάνοντας συνεχώς τα σχετικά κονδύλια, ενώ η Δεξιά δεν θα τολμούσε ποτέ να αγγίξει ή να θίξει αυτό τον ιερό θησαυρό. Ο προϋπολογισμός που κατατέθηκε στη γαλλική Εθνοσυνέλευση από τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φρανσουά Ολάντ –και πέρασε– τον Δεκέμβριο του 2012 είχε για πρώτη φορά μειωμένα κονδύλια για τον πολιτισμό…  Εποχή  ισχνών  αγελάδων, γαρ.

 Και όμως, διεθνώς ακούγονται φωνές για την ανάγκη να δούμε τον πολιτισμό ως μέσο ανάπτυξης. Ως το εργαλείο να αντιμετωπίσουμε την ξενοφοβία και τον ρατσισμό, αλλά την ίδια ώρα και ως μέσο που θα δημιουργήσει αειφόρο οικονομική ανάπτυξη. Η UNESCO, μέσω άρθρου της γενικής διευθύντριάς της Ιρίνα Μπόκοβα στη «Le Monde», τον περασμένο Δεκέμβριο, ζητούσε από τα κράτη να βοηθήσουν τον οργανισμό στο έργο του που, παρότι σημαντικό, βρίσκεται ακόμη σε εμβρυϊκό στάδιο. Τόνιζε την αξία του πολιτισμού όχι μόνο ως πνευματικού αγαθού, αλλά και ως υλικού-οικονομικού, καθώς σε βάθος χρόνου μπορεί να δημιουργήσει πολλές και σταθερές θέσεις εργασίας, μέσα από την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς κάθε λαού, αλλά και την ανάπτυξη της «πολιτιστικής βιομηχανίας». Ακόμη και ο Ζοσέ Μανουέλ Μπαρόζο μίλησε τον Νοέμβριο του 2012 για τη δημιουργία ευρωπαϊκών προγραμμάτων που θα καταστήσουν τον πολιτισμό μια «μηχανή υψηλής απόδοσης για αειφόρο εσωτερική ανάπτυξη».


Όλα αυτά, βέβαια, είναι λόγια του αέρα για τους κάθε λογής και εθνικότητας κυβερνώντες, καθώς πέρα από τη μύτη τους το μόνο που υπάρχει είναι ελλειμματικοί προϋπολογισμοί, προγράμματα οικονομικής αναδιάρθρωσης των χωρών και αριθμοί. Είναι αλήθεια, η οικονομική απόδοση του πολιτισμού δεν είναι βραχυπρόθεσμη, ούτε μετράται σε αξίες μετοχών ή ομολόγων. Ωστόσο, μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, αλλά το κυριότερο να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους.

(1) «Ταξίδι στην Ινδία», Ε.Μ. Φόρστερ, Εκδόσεις Πλέθρον.

Η  Εφημερίδα   των   Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια: