Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Κορινθιακός

















Του  Νίκου   Καζαντζάκη

Γαλήνια, ανεξάντλητη η γοητεία του Κορινθιακού κόλπου. Βαθιά, μεσογειακή χαρά του ματιού. Αριστερά, το πεύκο, η ελιά, το αμπέλι. Η στεγνή υποκίτρινη γης, οι πέτρες οι ροδοκοκκινισμένες από τον ήλιο. Δεξιά, η αστραφτερή θάλασσα, η αιώνια ανανεούμενη, αμέριμνη, γελαστή, χωρίς μνήμη. Πού να κρατάει και να θυμάται τ' αυλάκια που άνοιξαν στα στήθια της οι παμπάλαιες πλώρες! Θα ήταν γεμάτη ρυτίδες, μα ξεχνάει και διατηρεί τη νεότητα.

Πέρα τα βουνά γαλάζια, ανάερα, κυματίζουν, αχνίζουν λες μέσα στο φως. Ολόγυμνα, και λιάζονται σαν αθλητές! Όσες φορές και ν' αντικρίσεις το θέαμα τούτο, η καρδιά δε χορταίνει. Το ελληνικό τοπίο επιδρά στην ψυχή του ανθρώπου- στην ψυχή και στο σώμα και στους πιο κρυφούς λογισμούς του - σα μουσική. Κάθε φορά και το νιώθεις βαθύτερα, ρυθμίζεσαι καλύτερα μαζί του, βρίσκεις νέα στοιχεία ισορρόπησης κι ελευθερίας.

Κοιτάζω τα μακρινά, ήσυχα βουνά, τη γελαστή θάλασσα, τα αριόφυλλα κατάφωτα δέντρα. Τι ευγένεια κι απλότητα, τι έλλειψη ρητορικής και στόμφου! Όλα είναι κομμένα στο μπόι του ανθρώπου, φτάνεις το ιδανικό από ήσυχα, μακριά από γκρεμούς μονοπάτια. Η Ομορφιά όπως κι η Νίκη, χωρίς φτερούγες, πατάει τις ροδισμένες  εδώ πέτρες, άνετα χωρώντας μέσα στο γαλήνιο τούτο ανθρώπινο τοπίο.

Ποτέ δεν έσμιξε τόσο οργανικά η χάρη κι η δύναμη όσο εδώ, στην αυστηρή και πρόσχαρη Ελλάδα. Για να νιώσεις την αρχαία Ελλάδα, τη σκέψη της, την τέχνη της τους θεούς της, μονάχα μια αφετηρία υπάρχει: το χώμα, η πέτρα, το νερό, ο αέρας της  Ελλάδας. Από ‘δω πρέπει ν' αρχίσεις. Κι η πιο αυστηρή συγκίνηση, κι η πιο τολμηρή φαντασία για να ζήσει –ή καλύτερα για να γεννηθεί καν - έχει ανάγκη από σώμα. Κι ο δημιουργός, το σώμα της το βρίσκει μονάχα κοιτάζοντας γύρα του το φως πώς παίζει και τα βουνά πώς ακινητούν. Όλα του τα υλικά ο καλλιτέχνης γύρα του τα ζητάει. Αν ο τόπος του έχει μάρμαρο ή γρανίτη ή μονάχα λάσπη, η τέχνη του παίρνει και διαφορετικό δρόμο. Η ποιότητα κι η  αντίσταση της ύλης ρυθμίζει όχι μονάχα τα σύνεργά του παρά και την καρδιά του. Ανάμεσα καλλιτέχνη και τοπίου δεν υπάρχει κλειστός, αδιαπέραστος μεσότοιχος. Το τοπίο μπαίνει μέσα στο κορμί του καλλιτέχνη κι από τις πέντε πόρτες του και πλάθει τις αισθήσεις του· και πλάθοντάς τες, πλάθεται συνάμα κατ' εικόνα τους κι ομοίωση.

Συλλογίζομαι τη σύγχρονη πνεματική μας ζωή –τη σκέψη μας, την τέχνη – κι  η καρδιά μου ταράζεται. Να ήταν παντοδύναμο το τοπίο, τι ευτυχία! Το χώμα τούτο θα γεννούσε ακατάπαυτα μεγάλους τεχνίτες. Μα η δημιουργία είναι η συνισταμένη από πολύπλοκους νόμους, μια εξαιρετική ισορρόπηση από πλήθος φανερές και κρυφές αντικρουόμενες δυνάμεις, μια στιγμή χωρίς επιστροφή ! Καί στην Ελλάδα, η θεία αυτή στιγμή μια φορά μονάχα - επί χιλιάδες χρόνια- άστραψε. Και δε βάσταξε παρά πενήντα χρόνια. Πριν και μετά, το τοπίο μένει το ίδιο, μα η ψυχή που το δέχεται θαμπώνεται.

Γύρα μου στο τρένο κουβέντες ασήμαντες, κουραστικές κοινοτοπίες. Κανένας δεν ξεστομίζει μια λέξη να 'χει ουσία, κανένας δε διαβάζει βιβλίο, κανένας δεν κοιτάζει έξω κατά τη στεριά ή κατά τη θάλασσα με παρθένο χαρούμενο μάτι. Καμιά ανταπόκριση ανάμεσα τοπίου κι ανθρώπου.

Μερικούς- γέρους τους χάρηκα να κάθονται γύρα από ένα κατοστάρικο ρετσίνα, να κουτσοπίνουν, να κοιτάζουν τούς ανθρώπους που περνούν και να σκάζουν στα γέλια. Σε πολλά χωριά της Πελοποννήσου, τούτοι οι γέροι στάθηκαν οι μόνοι μου σύντροφοι. Όταν δεν τους είχε ρημάξει η αρρώστια, γελούσαν δηγούνταν ανέκδοτα, κοίταζαν την περασμένη ζωή  τους σαν παιχνίδι. Ίσως γιατί είχαν γλιτώσει πια από τις καθημερινές έγνοιες, οι γιοί τους, οι γαμπροί τους τους είχαν αρπάξει τα χτήματα και τους έδιναν ένα κομμάτι ψωμί να τρων κι ένα στρώμα να κοιμούνται. Κι έτσι, ξέγνοιαστοι, πια, ελαφρωμένοι από τις καθημερινές σκοτούρες, μπορούσαν να δουν ήσυχα τον κόσμο και να γελάσουν.

Όποιος έχει χωράφι, λέει ο Βούδας, συλλογίζεται χωράφι, ονειρεύεται χωράφι, γίνεται χωράφι. Μονάχα όποιος δεν έχει τίποτα μπορεί να γίνει λεύτερος.

Σούρουπο. Στο λιμάνι του Αιγίου έλαμψαν μεγάλες μαούνες μαύρες και βυσσινιές επάνω σε λουλακιά θάλασσα. Τα κυπαρίσσια σηκώνονταν κάθετα, αλύγιστα, και χάραζαν σα μαύρες κολόνες το πορτοκαλί σούρουπο. Ο αγέρας μύριζε αμπέλι και μούστο.


Ταξιδεύοντας,   σελίδα  199-201,  εκδόσεις   Καζαντζάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια: