Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Το καθεστώς της διασκέδασης











Του  Κωστή   Παπαγιώργη*

Τα  χόμπι, όλες οι απασχολήσεις της σχόλης τέλος πάντων, είναι ενδεικτικά μιας κατάστασης την οποία σπανίως συνειδητοποιούμε πόσο  αντινομική είναι. Εργάζεται κανείς για να εξασφαλίσει τον άρτον τον επιούσιον και όλα τα συναφή, ανάμεσα στα οποία η σχόλη, ο «ελεύθερος χρόνος», φαντάζει σαν πρωταρχικό αγαθό. Εντούτοις ο ελεύθερος χρόνος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου. Διότι τι σημαίνει ελεύθερος χρόνος; Απαλλαγή από την εργασία κατά κύριο λόγο, αποδέσμευση από κάθε μερίμνα, απόσταση ασφαλείας από κάθε ευθύνη, υποχρέωση, καθήκον και τα παρόμοια. Αν όλα τούτα ισχύουν και δεν αποτελούν φθηνό πρόσχημα, τότε θα έπρεπε να φανταστούμε ότι ο άνθρωπος που σχολάζει μοιάζει με μικρό Θεό. Με εξασφαλισμένα τα υλικά του αγαθά, με ρυθμισμένα τα του οίκου του, σίγουρος, απερίσπαστος, μπορεί πλέον να απολαύσει το μέγιστο αγαθό: την ελευθερία. Αλλά ελευθερία από ποιο πράγμα; Άπαξ και τεθεί αυτό το ερώτημα, και τίθεται αυτοστιγμεί, επειγόντως, ο άρχοντας της σχόλης μεταστρέφεται ως δια μαύρης μαγείας σε αβοήθητο απελπισμένο. Όσο εργαζόταν, όσο σκοτωνόταν στο πήγαιν' έλα και στο λέγε  λέγε, ο εαυτός του δεν του ήταν βάρος . αντίθετα, τώρα πρέπει να αντιμετωπίσει το μέγιστο ζήτημα: είναι φάτσα φάτσα με το εγώ του.

Το ζήτημα είναι πανάρχαιο καί δεν αφορά ειδικά τις σημερινές κοινωνίες. Ήδη ό Πασκάλ σημειώνει αυτήν την ιδιάζουσα κατάσταση με όση δόση χιούμορ επέτρεπε η εποχή του. «Δεν υπάρχει τίποτε πιο ανυπόφορο για τον άνθρωπο από την πλήρη σχόλη, χωρίς πάθη, χωρίς μέριμνα, χωρίς διασκέδαση, χωρίς δουλειά. Τότε νιώθει τη μηδαμινότητά του, την εγκατάλειψή του, την ανεπάρκειά του, την εξάρτησή του, την αδυναμία του, το κενό του. Παρευθύς θα ξεπηδήσει από τα βάθη της ψυχής του η ανία, η δολερότητα, η θλίψη, η λύπη, το πείσμα, η απελπισία» (Σκέψεις,201). Χωρίς καμιά υπερβολή, η αργία και η σχόλη δεν είναι μόνο μητέρες πάσης κακίας αλλά και πάσης απελπισίας. Διαφορετικά πώς θα πλάθονταν οι λαϊκότροπες εκφράσεις «σκοτώνω την ώρα», «βρίσκω κάτι να κάνω», «περνάω τον καιρό μου» και τα λοιπά; Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο χρόνος, καθαρός, απερίσπαστος, ακέραιος, αντί να είναι δώρο, είναι βάσανο. Εκτός πια κι αν η σχόλη ξεφύγει από την ανία βρίσκοντας μια θεραπευτική απασχόληση. Τότε ακριβώς τίθεται το ζήτημα της διασκέδασης.

Η λέξη είναι διδακτική μόνο καί μόνο με την ετυμολογία της: «σκεδάννυμι» σημαίνει σκορπίζω, διασκορπίζω, μοιράζω τον χρόνο, τις δυνάμεις και τον εαυτό μου τον ίδιο στα ερεθίσματα της απόλαυσης. Τα σπορ, το κυνήγι, τα αυτοκίνητα, η ορειβασία, οι εκδρομές, τα φουσκωτά, το ψάρεμα και ό,τι άλλο επινοεί η μοντέρνα σοφιστική της απόλαυσης ουσιαστικά απαντούν σε αυτήν τη σκοτεινή ανάγκη να βρισκόμαστε ισοβίως σε ασφαλή απόσταση από τον εαυτό μας. Γιατί όμως αυτή η δυναμική της ακατάπαυστης εξωστρέφειας είναι τόσο απαραίτητη στον άνθρωπο και τι τον κάνει να τρέμει τη μόνωση και το ενώπιος ενωπίω; Μόνος σε μια κάμαρη, σφιχταγκαλιασμένος με το εγώ του, ο άνθρωπος αισθάνεται σάμπως να έχει εξέλθει από τον χρόνο και τον κόσμο. Σε τι διαφέρει από τον φυλακισμένο ή τον θαμμένο ζωντανό; Με το λίγο μυαλό που του μένει, συνειδητοποιεί ότι μακριά από τη φάρσα του καθημερινού βίου είναι ένα τίποτε, μια σαϊτιά πάνω στον χρόνο, ένας μελλοθάνατος που κερδίζει απλώς παρατάσεις. Μόνο αν δραπετεύσει από αυτήν τη συνθήκη θα μπορέσει να ξαναβρεί το φλέγμα του, την ενεργητικότητα του και το σωτήριο άλλοθι του εξωτερικού κόσμου.

Η απόλυτη σχόλη δεν διαφέρει και πολύ από την αυτοχειρία. Ως εκ τούτου, ακόμη και η στοιχειώδης ανθρωπογνωσία βλέπει με κατανόηση την αεικινησία της καθημερινότητας. Ο κίνδυνος είναι η παύση, το τέλος της όποιας γιορτής - αντίθετα, η συνεχής μερίμνα προσφέρει ιαματικές λύσεις. «Ο βασιλιάς περιστοιχίζεται από ανθρώπους που άλλο δεν έχουν κατά νου από το πώς να τον διασκεδάσουν και να μην τον αφήσουν να σκεφτεί τον εαυτό του. Καθότι ο βασιλιάς, μολονότι βασιλιάς, νιώθει δυστυχής αν σκέφτεται τον εαυτό του» (Πασκάλ, 210). Συνεπώς σε κάθε μορφή διασκέδασης, απασχόλησης, επιδιωκόμενης τέρψης δεν πρέπει να μας ξεγελά το επιδιωκόμενο - η ουσία βρίσκεται στην ίδια την προσπάθεια η οποία δίνει κάποιο νόημα στον διαρρέοντα χρόνο. Τι νόημα έχει να προσφέρουμε έναν λαγό στον κυνηγό που ξεκινάει για το κυνήγι; Να δώσουμε ένα καφάσι ψάρια στον εργαζόμενο που από χόμπι κινάει για ψάρεμα; Παρότι ιεροπρεπής, σε αυτήν την περίπτωση ο Πασκάλ θυμάται τον χαρτοπαίκτη. «Ο τάδε άνθρωπος περνάει τη ζωή του χωρίς ανία χαρτοπαίζοντας κομματάκι καθημερινά. Δίνετέ του κάθε πρωί τα χρήματα που είναι δυνατόν να κερδίσει  κάθε μέρα, υπό τον όρο ότι δεν θα παίζει: θα τον κάνετε δυστυχισμένο. Θα έλεγε κανείς ότι επιδιώκει την τέρψη του παιχνιδιού, όχι το κέρδος. Βάλτε τον λοιπόν να παίζει χωρίς λεφτά - δεν θα αφοσιωθεί στο παιχνίδι και θα σκυλοβαρεθεί».

Με όλη  αυτήν την οιονεί στομφώδη ιταμότητα δεν αμφισβητούμε τα δικαιώματα των εργαζομένων: ούτε το δικαίωμα στη σχόλη ούτε βέβαια το δικαίωμα στην τεμπελιά. Απλώς λέμε ότι πάνω απ' όλα βαραίνει η δυνατότητα της εξωστρεφούς απασχόλησης. Αν υποθέσουμε ότι η ισόβια σχόλη ήταν κεκτημένο δικαίωμα, ο σχολάζων θα ζητούσε να εργαστεί έστω και για χόμπι. Αν του προσέφεραν τη δυνατότητα να διασκεδάζει απ' άπειρον, θα ικέτευε για λίγη εργασία. Σήμερα που ισχύει το αντίθετο, κάνει βέβαια το αντίθετο. Αλλά πίσω από τις αντιφατικές συμπεριφορές του, σήμερα και πάντα, ισχύει η απλή αλήθεια: «Εφόσον οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεραπευτούν από τον θάνατο, την αθλιότητα, την άγνοια, αποφάσισαν, για να νιώθουν ευτυχισμένοι, να μην ξανασκεφτούν τίποτε απ' όλα τούτα» (Πασκάλ, 241). Και όντως...

Κέντρο  Δηλητηριάσεων, σελ 181-184
Εκδόσεις  Καστανιώτη

*Ο Kωστής Παπαγιώργης (πραγματικό ονοματεπώνυμο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου) (Νεοχώρι Υπάτης Φθιώτιδας 21 Δεκεμβρίου 1947 − Αθήνα 21 Μαρτίου 2014) ήταν δοκιμιογράφος, αρθρογράφος και μεταφραστής φιλοσοφικών έργων.

«Γεννήθηκα  το 1947 στην Υπάτη. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος επί πολλά χρόνια κυρίως στην Παραλία Κύμης. Μπήκα στη Νομική Θεσσαλονίκης, την οποία εγκατέλειψα λόγω Χούντας, βρέθηκα στο Παρίσι όπου έζησα μιαν επταετία παρακολουθώντας μαθήματα φιλοσοφίας στο Βενσέν και επιστρέφοντας στην Αθήνα έγραψα μια εικοσαριά δοκίμια που εκδόθηκαν στον Καστανιώτη».

Δεν υπάρχουν σχόλια: