Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

«Ποιον αφορά η ποίηση σήμερα;»·

   


Επιφυλλίδα









Του  Νάσου   Βαγενά 

«Ποιον αφορά η ποίηση σήμερα;»· ήταν το θέμα που έθεσε προς δημόσια συζήτηση, πρόσφατα, στη Στοά του Βιβλίου ο διευθυντής του περιοδικού "Ποίηση" Χάρης Βλαβιανός με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα χρόνων από την έκδοσή του. Προσλαμβάνοντας το ερώτημα με την έννοια του «ποιον ενδιαφέρει η ποίηση σήμερα;» θα προσπαθήσω να διατυπώσω κάποιες σκέψεις.

H ποίηση ενδιαφέρει σήμερα μικρότερο αναλογικά αριθμό ανθρώπων απ' ό,τι σε κάθε άλλη εποχή. Από εκείνους που διαβάζουν λογοτεχνία ενδιαφέρει τους λιγότερους - για την ακρίβεια πολύ λίγους. Το αποδεικνύουν αυτό οι πωλήσεις ποιητικών βιβλίων, που είναι συντριπτικά μικρότερες από εκείνες των βιβλίων πεζογραφίας, και ο ελάχιστος χώρος που διατίθεται για την παρουσίαση των ποιητικών βιβλίων (και της ποίησης γενικότερα) σε σύγκριση με εκείνον που δίνεται για την πεζογραφία στις σελίδες βιβλίου των εφημερίδων και των ευρείας κυκλοφορίας περιοδικών. Αλλά η ποίηση ενδιαφέρει σήμερα, παρά τα θρυλούμενα περί του αντιθέτου, και τους λιγότερους από εκείνους που γράφουν λογοτεχνία.


Γιατί συμβαίνει αυτό; Συμβαίνει γιατί ένα μεγάλο μέρος - το μεγαλύτερο - από εκείνα που εξέφραζε σε παλαιότερες εποχές η ποίηση εκφράζεται σήμερα με άλλους λογοτεχνικούς τρόπους. Στην αρχαϊκή εποχή η ποίηση ήταν όλη η λογοτεχνία. Εκτελούσε - θα λέγαμε με τους όρους των νεότερων εποχών - και χρέη διηγήματος, μυθιστορήματος και θεατρικού έργου (ακόμη και δοκιμίου). Με τη σταδιακή όμως - από την αρχαία εποχή ως το τέλος του 19ου αιώνα - αυτονόμηση του αφηγηματικού και του δραματικού στοιχείου σε ιδιαίτερα λογοτεχνικά είδη, η ποίηση περιορίστηκε (παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες αναζωπύρωσης αυτών των στοιχείων) κυρίως στο λυρικό μέρος της - με την ευρύτερη βέβαια (με τη σημερινή) έννοια του λυρισμού: εκείνη που περιέχει και τη διαπλοκή του λυρικού στοιχείου με το δραματικό και το αφηγηματικό.

Επειδή η διάσπαση του λογοτεχνικού λόγου σε λογοτεχνικά είδη και οι διακυμάνσεις των ειδολογικών προτιμήσεων από εποχή σε εποχή αντανακλούν τις αναζητήσεις της εκάστοτε κοινωνικής πραγματικότητας, το περιορισμένο σήμερα ενδιαφέρον για την ποίηση φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο. Γιατί θα περίμενε κανείς να συνέβαινε το αντίθετο. Σε μιαν εποχή όπως η δική μας, η οποία δεν ευνοεί - όπως μας λένε - τις μεγάλες αφηγήσεις αλλά αρέσκεται στις μικρές εξιστορήσεις, στις εκφράσεις που υπαγορεύονται από ατομικούς περισσότερο παρά από κοινούς μύθους και οραματισμούς, θα περίμενε κανείς αυτό που ονομάζουμε σήμερα ποίηση, ο λυρικός λόγος, που είναι το πεδίο της καλλιέργειας προσωπικών περισσότερο παρά συλλογικών συναισθημάτων - δηλαδή των μικρών εξιστορήσεων -, να είναι το περισσότερο προτιμώμενο από τα λογοτεχνικά είδη.

Όμως δεν συμβαίνει αυτό. Το προτιμώμενο σήμερα λογοτεχνικό είδος είναι εκείνο που θα περίμενε κανείς λιγότερο, η πεζογραφία· για την ακρίβεια, το μυθιστόρημα, δηλαδή το είδος που προσφέρεται περισσότερο απ' ό,τι κάθε άλλο στις μεγάλες αφηγήσεις. Ακριβέστερα: είναι το μεγάλο σε έκταση μυθιστόρημα, που είναι ογκώδες ακριβώς γιατί επιχειρεί να αναπτύξει μεγάλες αφηγήσεις, μεγάλες με την έννοια όχι μόνο της έκτασης αλλά και του οράματος (κυρίως του οράματος), δηλαδή με τη μεταμοντέρνα έννοια του όρου.

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει, πιστεύω, δύο πράγματα. Πρώτον, ότι μπορεί η εποχή μας να χαρακτηρίζεται από το πνεύμα του μεταμοντέρνου, από αυτό που περιγράφεται ως διάβρωση του υποκειμένου και της ταυτότητας, ως διάλυση των συνεκτικών οραμάτων, με λίγα λόγια από την κυριαρχία του απόλυτου σχετικισμού, όμως η ψυχή της, που βρίσκεται βαθύτερα απ' ό,τι το πνεύμα της, ποθεί την ακεραίωση, την επανασύνδεση του προσώπου με κάτι που το υπερβαίνει, την επαναμάγευση που προσφέρει ο συλλογικός μύθος ή το κοινωνικό όραμα. Σημαίνει ακόμη - αυτό είναι το δεύτερο - ότι επειδή η λογοτεχνία εκφράζει τα βάθη της ψυχής του ανθρώπου και επειδή η επιθυμία της ακεραίωσης είναι ένα αίσθημα διαρκές, διαχρονικό και αδιάπτωτο (είναι το βασικό αίσθημα που εκφράζει η λογοτεχνία, και ο λόγος ύπαρξής της), η ανάγκη αυτό το αίσθημα να εκφραστεί είναι σήμερα ισχυρότερη από ποτέ. Και όταν ένα αίσθημα είναι πολύ ισχυρό, επιλέγει εκείνο το λογοτεχνικό είδος το οποίο στη συγκεκριμένη εποχή μπορεί να το διατυπώσει καθαρότερα· όχι αναγκαστικά βαθύτερα ή διεισδυτικότερα, αλλά παραστατικότερα. Από την αρχαία εποχή ως τις αρχές του 20ού αιώνα το είδος αυτό ήταν η ποίηση. Σήμερα είναι το μυθιστόρημα.

Όμως η ποίηση που γράφεται σήμερα ενδιαφέρει το αναγνωστικό κοινό της λογοτεχνίας λιγότερο όχι μόνο απ' όσο το ενδιαφέρει το μυθιστόρημα αλλά και απ' όσο το ενδιέφερε η ποίηση στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα. Το ενδιαφέρει λιγότερο, γιατί είναι λιγότερο ενδιαφέρουσα από την ποίηση που γραφόταν εκείνο τον καιρό, που ήταν η περίοδος της εμφάνισης και ανόδου του Μοντερνισμού. Και είναι λιγότερο ενδιαφέρουσα γιατί, διαφορετικά από την περίοδο εκείνη, σήμερα βρισκόμαστε όχι στην αρχή αλλά στο τέλος μιας ποιητικής εποχής. H εποχή εκείνη παρήγαγε μεγάλα ποιητικά έργα όχι μόνο γιατί είχε σημαντικούς, μεγάλους ποιητές - σημαντικοί ποιητές υπάρχουν και σήμερα - αλλά και γιατί οι λογοτεχνικές της συνθήκες ευνοούσαν τη δημιουργία μεγάλων έργων. Την ευνοούσαν γιατί ήταν εποχή μεγάλων, ριζοσπαστικών ποιητικών αλλαγών, από εκείνες που συμβαίνουν σπάνια, όταν έχουν συσσωρευτεί όλα εκείνα τα στοιχεία που επιβάλλουν την αλλαγή του λογοτεχνικού παραδείγματος. H φορά αυτών των στοιχείων ωθεί και από μόνη της τους ποιητές στην αναζήτηση νέων εκφραστικών τρόπων, τους βοηθάει να ελευθερώσουν μέσα τους ποιητικές δυνάμεις που διαφορετικά ίσως παρέμεναν λανθάνουσες.

Απεναντίας οι ποιητικές συνθήκες σήμερα δεν είναι ευνοϊκές για τους ποιητές. Ο ποιητικός λόγος, καθώς ο ελεύθερος στίχος έχει, όπως όλα δείχνουν, εξαντλήσει τις δυνατότητές του - πράγμα που ήταν αναπόφευκτο -, βρίσκεται σε κρίση. Είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε κρίση του ελεύθερου στίχου. Οι κύριες έξοδοι από αυτή την κρίση είναι αδιέξοδες ποιητικά: είτε οδηγούν τον ελεύθερο στίχο στην πρόζα, δηλαδή τον βγάζουν έξω από την ποίηση, είτε τον πηγαίνουν πίσω στις έμμετρες μορφές, δηλαδή στο παρελθόν. Θέλω να πω: διαφορετικά απ' ό,τι στις αρχές του περασμένου αιώνα, όπου η έξοδος από την τότε κρίση - την κρίση της έμμετρης προσωδίας που οδήγησε στον ελεύθερο στίχο - ήταν ευδιάκριτη και ως εκ τούτου κοινή, στη σημερινή κρίση δεν είναι ορατή μια κεντρική, δηλαδή μια εκ βάθρων ανανεωτική, έξοδος. Υπάρχουν μόνο εδώ κι εκεί ορισμένα λιγότερο αδιέξοδα σημεία, και αυτά δυσδιάκριτα, κάποιο από τα οποία θα πρέπει να ανακαλύψει κανείς για να μπορέσει ν' ανοίξει ένα μονοπάτι, μια δική του, προσωπική έξοδο προς μια πραγματική επαναμάγευση του ποιητικού λόγου.
Εφημερίδα  το  Βήμα


Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: