Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Έθνος, μύθος και λόγος














Του   Χ.  Τσούκα


Η Ιστορία είναι σε μεγάλο βαθμό άσκηση συλλογικής αυτο-κατανόησης. Τo τι λέμε στα παιδιά μας για το έθνος μας αντανακλά τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας. Η διδασκαλία του παρελθόντος δεν είναι απαρίθμηση γεγονότων και χρονολογιών, αλλά κυρίως αφήγηση - άρα αξιολόγηση, τι είναι σημαντικό να λεχθεί και τι όχι, με ποιον τρόπο και ποια έμφαση, για ποιον σκοπό. 


Ένα εγχειρίδιο Θερμοδυναμικής ή Στατιστικής είναι λιγότερο πιθανόν να καταστεί αντικείμενο διαμάχης. Όχι γιατί οι γνώσεις που κομίζουν οι αντίστοιχες επιστήμες είναι αδιαμφισβήτητα ορθές, αλλά γιατί δεν εμπλέκονται άμεσα στη συγκρότηση του εαυτού μας. Ακόμη κι αν αγνοώ πώς γίνεται η καύση στο αυτοκίνητό μου, σε τίποτα δεν αλλάζει ποιος είμαι ως κοινωνικό υποκείμενο. Ο εαυτός μου συγκροτείται, κυρίως, με βάση τις αντιλήψεις με τις οποίες έχω κοινωνικοποιηθεί για το πώς σχετίζομαι με τους άλλους - ομοεθνείς και μη, άνδρες και γυναίκες, λευκούς και μη. Μπορώ να ζήσω όλη μου τη ζωή αγνοώντας τους νόμους της φύσης, αλλά δεν μπορώ να ζήσω ούτε ένα λεπτό χωρίς αντιλήψεις για τον εαυτό μου και τους άλλους. Η Ιστορία, νοούμενη ως συλλογική γνώση της κοινότητας στην οποία υπάρχουμε, μας συγκροτεί ως κοινωνικά υποκείμενα. Δεν μπορούμε να υπάρξουμε έξω από αυτή, όπως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς οξυγόνο.  [...] 

Σε αντίθεση με τη Θερμοδυναμική, η ιστορική γνώση δεν είναι εγκυκλοπαιδική ή απλώς εργαλειακή : αγγίζει βαθιά τη συγκρότηση της προσωπικότητας του πολίτη, με ποικίλες συνέπειες για τη λειτουργία της κοινωνίας. Αν, για παράδειγμα, ως Έλληνας αγνοώ την αρβανίτικη καταγωγή πολλών από τους επιφανέστερους ήρωες του 1821, δυσκολεύομαι να δεχθώ έναν αλβανικής καταγωγής μαθητή να κρατάει την εθνική σημαία στις παρελάσεις. 

Στο μέτρο που η ιστορική γνώση δεν εξωραΐζει το παρελθόν, μας καθιστά πιο σύνθετους ανθρώπους. Καταλαβαίνουμε καλύτερα, γινόμαστε λιγότερο απόλυτοι. Η ιστορική συνείδηση, προϊόν του ελληνο-δυτικού πολιτισμού, έχει συναίσθηση της ενδεχομενικότητας και της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης κατάστασης. Να βλέπεις την Ιστορία ως ανθρώπινο έργο σημαίνει ότι τίποτε το ανθρώπινο δεν σου είναι ξένο. Σημαίνει ότι είσαι έτοιμος να δεις συγχρόνως τη δόξα και την ανοησία των ανθρώπων, τον ηρωισμό και την κτηνωδία, την αυταπάρνηση και τη φιλοδοξία, την ανιδιοτέλεια και τη σκευωρία- τόσο στη δική σου όσο και στην άλλη πλευρά. 

Οι άνθρωποι δημιουργούν τα έθνη, τους στρατούς, τις επιχειρήσεις και τα έργα τέχνης, αλλά, όπως σε κάθε πράξη δημιουργίας, δεν γνωρίζουν τους όρους της δημιουργίας τους. Η ιστορική ανάλυση έρχεται εκ των υστέρων να φωτίσει αυτούς τους όρους. Η ιστορική συνείδηση κατανοεί ότι δημιουργεί ακόμη και τους όρους της δικής της ύπαρξης. Η ομορφιά του ελληνο-δυτικού πολιτισμού, δεν έπαψε να μας θυμίζει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, συνίσταται στην «ατελεύτητη διερώτηση». Θέλουμε να μάθουμε πληρέστερα την ιστορία μας γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε διαφορετικά. «Μα στα σχολεία μας δεν διαμορφώνουμε εθνική συνείδηση;» θα ρωτήσουν οι καλόπιστοι πατριώτες. «Τα έθνη έχουν ανάγκη από εθνικές αφηγήσεις, διαφορετικά διαλύεται το αίσθημα του συνανήκειν». Κατανοητή η ένσταση αλλά αδύνατη. Πράγματι τα έθνη, όπως και κάθε συλλογική οντότητα, νομιμοποιούν την ύπαρξή τους με καταγωγικούς μύθους, εξωραϊσμένες αφηγήσεις και θρύλους- πάντοτε έτσι έκαναν και πάντοτε έτσι θα κάνουν. Η θεσμογένεση συνεπάγεται αναπόφευκτα τον μύθο, αλλά η κριτική στάση έχει ανάγκη τον Λόγο. Στο μέτρο που δεν μπορούμε να ζήσουμε έξω από τους θεσμούς, θα προσφεύγουμε πάντοτε στον μύθο, χωρίς καν να το γνωρίζουμε. Και στο μέτρο που είμαστε ελληνο-δυτικοί πολίτες, δεν μπορούμε παρά να αμφιβάλλουμε για την επάρκεια του μύθου. Στα παιδιά μας φυσικά πρέπει να καλλιεργούμε την εθνική συνείδηση. Σημασία έχει πώς το κάνουμε: απλοϊκά ή σύνθετα, μονοφωνικά ή πολυφωνικά, κουτσαβάκικα ή ευαίσθητα; Θέλουμε να δημιουργήσουμε αλαλάζοντες εθνικόφρονες ή νηφάλιους πατριώτες; Κριτικούς πολίτες που αγαπούν τη χώρα τους ή στενόμυαλους εθνικιστές που κομπάζουν για την καταγωγή τους; Κοσμοπολίτες με ρίζες ή επαρχιώτες με παρωπίδες; Θέλουμε το έθνος να επαναπαύεται στον μύθο ή να αναμετράται με τον Λόγο; [...] 

Εφημερίδα  το  Βήμα

Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας είναι καθηγητής Οργανωσιακής Θεωρίας στο ΑLΒΑ (στην ερευνητική θέση «Γεώργιος Δ. Μαύρος») 

και στο Πανεπιστήμιο Warwick, και διευθυντής του διεθνούς ακαδημαϊκού περιοδικού «Οrganization Studies».


Δεν υπάρχουν σχόλια: