Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Η µικρή Ελένη κάθεται και κλαίει...

Τα σύγχρονα παιδιά δεν είναι ευτυχισµένα









Κλείνονται στον εαυτό τους. Δεν έχουν όρεξη για τίποτα. Συντροφιά τούς κρατούν συχνά ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και τα βιντεοπαιχνίδια. Έχουν καθηµερινά υπερφορτωµένο πρόγραµµα µε µαθήµατα, ξένες γλώσσες και δραστηριότητες. Ο χρόνος που περνούν µε τους εργαζόµενους γονείς τους είναι ελάχιστος. Τα σύγχρονα παιδιά φαίνεται πως δεν είναι ευτυχισµένα. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, η απουσία  λόγω εργασίας των γονέων από το σπίτι, αλλά και οι αυξηµένες µαθητικές υποχρεώσεις που έχουν, κάνουν τα παιδιά να αισθάνονται πιεσµένα. Άλλωστε, είναι πια συνηθισµένη η παιδική κατάθλιψη και µάλιστα σε όλο και πιο µικρές ηλικίες.

Τα Ελληνόπουλα δεν θα µπορούσαν να λείπουν από τη σχετική λίστα της UΝΙCΕF για την παιδική ευηµερία στις ανεπτυγµένες χώρες, η οποία δηµοσιεύθηκε το 2007. Έτσι κατατάσσονται στην 9η θέση των παιδιών µε κακή διάθεση και τάση προς δυστυχία, ενώ τα παιδιά στη Βρετανία κρατούν τα ηνία. Ακολουθούν οι µικροί Αµερικανοί και οι Ούγγροι.

Μόνα και αβοήθητα. Όπως εξηγεί η ψυχολόγος Μαριέττα Ρήγα - Πεπελάση, τα παιδιά δεν έχουν πια συστηµατική επικοινωνία, κυρίως µε τους γονείς τους. «Οι µεγάλοι θέλουν να προσφέρουν το καλύτερο στο παιδί τους. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο απουσιάζουν πολλές ώρες από το σπίτι, δουλεύοντας για να µη λείψει τίποτε καλούνται να φέρουν εις πέρας. Σχολείο, φροντιστήριο, αθλητικές και άλλες δραστηριότητες προκαλούν συχνά άγχος στα παιδιά. Οι ειδικοί εξηγούν πως αυτός ο καθηµερινός αγώνας καλεί τα παιδιά της προσχολικής και σχολικής ηλικίας να γίνουν «υπεράνθρωποι», «υπερµαθητές».

«Δυστυχώς, ως κοινωνία έχουµε απαρχαιωµένες αντιλήψεις στο θέµα της παιδείας. Θεωρούµε πως ένα παιδί πρέπει να έχει µόρφωση, δεξιότητες, γνώσεις για να γίνει σηµαντικός και χρήσιµος. Χωρίς ωστόσο να δίνουµε βαρύτητα στη διάπλαση του χαρακτήρα και τη δηµιουργικότητα των παιδιών», λέει η κ. Ρήγα - Πεπελάση.

Αυτό έχει ως αποτέλεσµα, οι γονείς που θέλουν το καλύτερο για τα παιδιά τους να τα υπερφορτώνουν µε δραστηριότητες χωρίς να λαµβάνουν υπόψη αυτό που πραγµατικά θέλουν τα ίδια.

Θέλει τη µαµά και τον µπαµπά του. Για την κ. Αρετή Δηµητρακοπούλου, µητέρα του πεντάχρονου Κωνσταντίνου και του τρίχρονου Δηµήτρη, το θέµα παιδικές δραστηριότητες δεν ήταν απλό. «Είναι γνωστό ότι τα παιδιά µας τα φορτώνουµε µε πολλά για να γίνουν δυνατά και ανταγωνιστικά, στερώντας τους πολλές φορές την ενστικτώδη τάση τους για παιχνίδι. Ο µεγάλος µου γιος πηγαίνει στο νήπιο και ήθελα να ασχοληθεί µε κάτι εξωσχολικό για να του δοθεί η δυνατότητα να γνωρίσει και άλλα παιδιά. Η αλήθεια όµως είναι πως ο µικρός έχει άποψη. Θεωρεί ότι κάνει το χρέος του στο σχολείο και οτιδήποτε συζητήσουµε να κάνει εκτός του σχολικού ωραρίου, το νιώθει ως έξτρα δραστηριότητα που του ζητείται και δεν την έχει επιλέξει. Αντίθετα, αυτό που πραγµατικά θέλει είναι να βρίσκεται µε τον µπαµπά του και τη µαµά του».

Οι ειδικοί τονίζουν: «Μη γράφετε το παιδί σε µαθήµατα πιάνου, µόνο και µόνο επειδή εσείς παίζατε πιάνο, ενώ το ίδιο θέλει κιθάρα. Μην το στέλνετε ποδόσφαιρο, ενώ το ίδιο θέλει µπάσκετ επειδή είναι πολύ κοντός για να παίξει µπάσκετ». Η οικογενειακή σύµβουλος  Δήµητρα  Θεοφίλη λέει πως στη σηµερινή εποχή το παιδί δεν έχει πολλές ώρες για παιχνίδι. Σχολείο, φροντιστήριο, ξένες γλώσσες, του αφήνουν ελάχιστο χρόνο. Εποµένως, καλό είναι αυτός ο χρόνος να είναι ποιοτικός και ωφέλιµος για το παιδί, «να κάνει κάτι που ουσιαστικά θέλει». Τα Ελληνόπουλα πιέζονται, όπως επισηµαίνει η εκπαιδευτικός Αγγελική Μερκούρη, και από την «τελειοµανία» των γονιών. «Πολύ συχνά γονείς ρωτούν µε αγωνία για τις σχολικές επιδόσεις των παιδιών και αν είναι καλοί µαθητές και σε δεύτερη µοίρα έρχεται η συµπεριφορά. Όλο αυτό το κυνήγι των βαθµών και των αριστείων αγχώνει και στρεσάρει τα παιδιά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που µαθητές µου µε παρακαλούσαν να µη διορθώνω τα τετράδιά τους µε στυλό, γιατί φοβόντουσαν την αντίδραση των γονιών τους».
 
Η έλλειψη όµως ποιοτικού χρόνου και επικοινωνίας µεταξύ των µελών της οδηγεί τα παιδιά στην αποµόνωση , τα κάνει να αισθάνονται µόνα και αβοήθητα», επισηµαίνει.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως, σύµφωνα µε την έρευνα της UΝΙCΕF, τρία στα δέκα Ελληνόπουλα δηλώνουν πως κάθονται σπάνια µαζί µε τους γονείς τους γύρω από το τραπέζι για το κύριο γεύµα της ηµέρας. Αντίθετα, στη Γαλλία 90,4% των παιδιών τρώνε σχεδόν καθηµερινά µε την οικογένειά τους. Παράλληλα, από την ίδια έρευνα προκύπτει πως οι έλληνες γονείς δεν συζητούν µε τα παιδιά τους τόσο όσο για παράδειγµα στην Ιταλία ή στην Ουγγαρία.

 «Έκλεισα την επιχείρησή µου γιατί κατάλαβα ότι έλειπα από τα παιδιά µου»

Η Ντιάνα Φαγκούδη άνοιξε πέρυσι τον Ιούλιο κατάστηµα για να στεγάσει την επιχείρηση διοργάνωσης εκδηλώσεων. Έναν χρόνο µετά, το κατάστηµα είναι κλειστό. Κι αυτό όχι γιατί δεν πήγαινε καλά, αλλά γιατί ήταν θέµα... οικογενειακό. «Μέχρι πριν ανοίξω την επιχείρηση, ήµουν συνέχεια δίπλα στα παιδιά µου. Αυτό άλλαξε. Εργαζόµουν πλέον πολλές ώρες, ακόµη και τα Σαββατοκύριακα και δεν είχα πολύ χρόνο για να τα βλέπω. Την απουσία µου, όµως, τα παιδιά µου άρχισαν να τη νιώθουν έντονα. Πήγαιναν για λίγο στη µία γιαγιά, µετά πήγαιναν στην άλλη, έµεναν σπίτι µε τον σύζυγό µου, εµένα όµως δεν µε έβλεπαν. Τα παιδιά µου εκείνη την περίοδο αισθανόµουν πως ήταν δυστυχισµένα», λέει στα «ΝΕΑ» η µητέρα του 7χρονου Κωνσταντίνου και της 4χρονης Σήλιας.

Ο Κωνσταντίνος και η Σήλια, όπως δηλώνει η µητέρα τους Ντιάνα, παίρνουν µέρος µόνο σε δραστηριότητες που απολαµβάνουν. «Μπάσκετ και ζωγραφική για τον γιο και κολυµβητήριο για την κόρη. Είµαστε υπέρ των εξωσχολικών µαθηµάτων, αλλά µε µέτρο. Τα παιδιά ήδη κουράζονται πολύ µε όλα όσα κάνουν στο σχολείο µε το διάβασµα και είναι κρίµα να τα φορτώνουµε και µε άλλα».

Με  µείζονα  κατάθλιψη και παιδιά προσχολικής ηλικίας

Η κατάθλιψη στα παιδιά και στους εφήβους αποτελεί ολοένα και µεγαλύτερο πρόβληµα στη σηµερινή κοινωνία, προσβάλλοντας ακόµη και παιδιά προσχολικής ηλικίας. Είναι ενδεικτικό, όπως υπογραµµίζει στα «ΝΕΑ» ο κ. Γεράσιµος Κολαΐτης, επίκουρος καθηγητής Παιδοψυχιατρικής και διευθυντής της Πανεπιστηµιακής Παιδοψυχιατρικής Κλινικής στο Νοσοκοµείο Παίδων Αθηνών «Η Αγία Σοφία», πως τα τελευταία 25 χρόνια µειώνεται σταθερά η ηλικία έναρξης της µείζονος κατάθλιψης.

Ο κ. Κολαΐτης διευκρινίζει πως δεν υπάρχουν επιδηµιολογικές µελέτες που να καταγράφουν λεπτοµερώς το πρόβληµα της κατάθλιψης στον παιδικό πληθυσµό της χώρας. «Φαίνεται πως η ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων δεν ήταν ανέκαθεν υψίστη προτεραιότητα της ελληνικής Πολιτείας, παρά τα σηµαντικά θετικά βήµατα της τελευταίας 25ετίας», σχολιάζει.

Πάντως, και σύµφωνα µε εκτιµήσεις, στον γενικό πληθυσµό το 2% των παιδιών και 4% - 8% των εφήβων πάσχουν από µείζονα κατάθλιψη. «Οµως, παρά την αυξηµένη συχνότητά της, η κατάθλιψη που εκδηλώνεται στην παιδική ηλικία είναι δυνατόν να µην διαγνωστεί.
Τα µικρά παιδιά κυρίως δεν µπορούν να εκφράσουν τα συναισθήµατά τους και αντί γι’ αυτά παρουσιάζουν σωµατικά συµπτώµατα, ευερεθιστότητα και συχνά επιλέγουν να αποµονώνονται».

Μοιραία, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι γονείς παραβλέπουν τα σηµάδια ή απορρίπτουν τη συµπεριφορά του παιδιού τους, θεωρώντας το ενοχλητικό, τεµπέλικο ή άτακτο. Οι επιστήµονες δεν έχουν καταφέρει να ξεκλειδώσουν το µυστήριο της κατάθλιψης. «Όπως και στους ενήλικες, έτσι και στα παιδιά, η αιτιολογία της φαίνεται να είναι πολυπαραγοντική, συµπεριλαµβανοµένων περιβαλλοντικών και γενετικών παραγόντων», προσθέτει ο κ. Κολαΐτης.

Πάντως, η κληρονοµικότητα φαίνεται να είναι σηµαντική παράµετρος στην εκδήλωση της νόσου: µελέτες σε δίδυµα αδέρφια, υιοθετηµένα παιδιά και ολόκληρες οικογένειες έχουν δείξει ότι οι πιθανότητες να εκδηλωθεί µείζων κατάθλιψη στα παιδιά των καταθλιπτικών γονέων κυµαίνεται από 15% - 60%.

Επιπλέον, «πιστεύεται ακόµη ότι ρόλο για την εµφάνιση κατάθλιψης διαδραµατίζουν και ψυχολογικοί παράγοντες καθώς και τραυµατικές εµπειρίες ζωής όπως είναι για παράδειγµα ο θάνατος γονέα ή ο χωρισµός των γονέων. Ωστόσο, ο ακριβής ρόλος τέτοιων παραγόντων  δεν έχει µελετηθεί ενδελεχώς», συµπληρώνει ο καθηγητής Παιδοψυχιατρικής.

Σε κάθε περίπτωση, η έγκαιρη και λεπτοµερής  αξιολόγηση, διάγνωση και αντιµετώπιση της κατάθλιψης ψυχοθεραπεία, βασικά, και χορήγηση φαρµακευτικής αγωγής, κυρίως στους εφήβους, όταν κρίνεται απαραίτητο  µε παράλληλη υποστήριξη και συµβουλευτική των γονέων από παιδοψυχιάτρους κ.λπ., ειδικούς ψυχικής υγείας για παιδιά και εφήβους είναι ιδιαίτερα σηµαντική, επιµένουν οι ειδικοί. Και αυτό γιατί συχνά διαρκεί πολύ, υποτροπιάζει ή µαυρίζει την καθηµερινότητα των παιδιών και των εφήβων µετά το πέρασµά τους στην ενήλικη ζωή.

Μάρθα  Καϊτανίδη
Εύη   Σάλτου
Εφημερίδα   Τα  Νέα

Δεν υπάρχουν σχόλια: