Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Με αφορμή τις δυσάρεστες εξελίξεις στη Βέροια, η συμβολή σε ένα διάλογο που πρέπει ν΄ανοίξει.

  






Οι εξελίξεις που συνδέονται με την εξαφάνιση του μικρού Άλεξ πρέπει να αποτελέσουν την αφορμή και να δώσουν την ευκαιρία μιας συστηματικότερης και ολοκληρωμένης προσέγγισης των προβλημάτων που απασχολούν τα παιδιά και τους νέους στη χώρα μας.
 Η συγκεκριμένη τραγική περίπτωση θεωρούμε ότι δεν είναι αντιπροσωπευτική της γενικότερης κατάστασης που χαρακτηρίζει τη χώρα μας, ωστόσο δεν παύει να είναι ένα ιδιαίτερο ανησυχητικό γεγονός που δεν επιτρέπεται σε καμιά περίπτωση να υποτιμηθεί. Πέρα από την, έτσι ή αλλιώς, ακραία κατάληξη αυτού του περιστατικού υπάρχουν μια σειρά από προβληματικές καθημερινές καταστάσεις- και συχνά μικρά και σιωπηλά δράματα- που εμφανίζονται στο χώρο του σχολείου, αλλά και  έξω από αυτόν.
 Η άσκηση επιθετικής και παραβατικής συμπεριφοράς από παιδιά και εφήβους σε βάρος συνομιλήκων τους είναι ενδεικτική γενικότερων κοινωνικών προβλημάτων που απαιτεί μια προσεκτική προσέγγιση, ανάλυση και αντιμετώπιση. Η έλλειψη ανοχής στη διαφορετικότητα, που αφορά τόσο την εθνική και πολιτισμική προέλευση, όσο και άλλα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και συμπεριφοράς ενός παιδιού, είναι κάτι που καλλιεργείται ευρύτερα στην κοινωνία
 Τα Μ.Μ.Ε. προβάλλουν στην πλειονότητά τους κατά κόρον πρότυπα που διέπονται από βίαιη και αντικοινωνική συμπεριφορά, η οποία μάλιστα συχνά εμφανίζεται επαινετή και επωφελής. Τηλεοπτικές εκπομπές συχνά καλλιεργούν συστηματικά την εύκολη «επιτυχία» και τη χυδαιότητα ή το φόβο και την απέχθεια στο διαφορετικό.
 Πρέπει, επίσης, να προσεγγίσουμε κριτικά και το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα, τη λειτουργία του σχολείου ειδικότερα. Η αντίληψη ότι πρώτη φροντίδα πρέπει να είναι η βελτίωση των επιδόσεων πάσει θυσία κυριαρχεί και έτσι ωθούνται τα παιδιά στην ανταγωνιστικότητα και τον ατομισμό. Τα παιδιά που δεν ευνοούνται για κοινωνικούς και προσωπικούς λόγους σε αυτό το εξοντωτικό κυνήγι της σχολικής «επιτυχίας», εύκολα στιγματίζονται, απομονώνονται και περιθωριοποιούνται από τα τρυφερά  τους χρόνια. Αν ταυτόχρονα είναι και παιδιά μεταναστών, ο στιγματισμός τους μπορεί να ενισχυθεί και από ρατσιστικές αντιλήψεις.
 Καθώς η ένταξη των λεγόμενων «κακών» μαθητών παρουσιάζει δυσκολίες, αναζητούν αναγνώριση και ταυτότητα σε άλλες ομάδες, συνήθως περιθωριακές και εύκολα εκδηλώνουν αντικοινωνική συμπεριφορά. Συχνά συμπεριφέρονται επιθετικά εναντίον των συμμαθητών τους που διαφέρουν. Τα τηλεοπτικά πρότυπα της βίας και του άκρατου ανταγωνισμού δίνουν πολλές φορές ευκαιρίες να ξεδιπλωθεί η επιθετικότητα τους ακόμη και με ακραίους τρόπους.
 Το σχολείο σήμερα αποδεικνύεται αναποτελεσματικό  στην αντιμετώπιση αυτής της παθογένειας. Η συνεργασία σχολείου- οικογένειας δεν έχει αναπτυχθεί ικανοποιητικά. Για παράδειγμα, δεν  ασκεί στο βαθμό που θα ήταν επιθυμητό το μορφωτικό και επιμορφωτικό του ρόλο προς τους γονείς και την τοπική κοινωνία. Η στελέχωση των σχολικών μονάδων με κατάλληλο εξειδικευμένο προσωπικό (σχολικούς ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς κ.λ.π.) είναι ανύπαρκτη.  Οι ελάχιστοι Συμβουλευτικοί Σταθμοί Νέων, που έχουν ιδρυθεί εδώ και μια 15ετία για να λειτουργήσουν υποστηρικτικά στη β/θμια εκπαίδευση, στην πράξη υπολειτουργούν χωρίς την αναγκαία επιστημονική στελέχωση και σε κάθε περίπτωση δεν επαρκούν να καλύψουν τις ανάγκες για ψυχοπαιδαγωγική υποστήριξη των μαθητών που έχουν αυτή την ανάγκη.(Στις Κυκλάδες ο θεσμός αυτός δεν είναι ενεργοποιημένος).  Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, με έμφαση και προτεραιότητα σε θέματα συναισθηματικής ανάπτυξης και ψυχικής υγείας του παιδιού, δεν είναι ικανοποιητική.
 Επιπρόσθετα, οι υπάρχουσες δομές ψυχικής υγείας καθώς και οι υποστηρικτικοί θεσμοί  που σχετίζονται με το  Σχολείο και την Οικογένεια στο νομό μας (ΚΔΑΥ, Κοινωνική Υπηρεσία/Κοινωνικοί Λειτουργοί της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας κ.λ.π.) παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται από τους υπευθύνους και το επιστημονικό προσωπικό, δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες που καλούνται να αντιμετωπίσουν, εξαιτίας, κυρίως, των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στη λειτουργία τους ( ελλιπή στελέχωση σε επιστημονικό προσωπικό, υποχρηματοδότηση κ.λ.π).
 Θεωρούμε, απολύτως απαραίτητη την αποτελεσματική  λειτουργία αυτών των  θεσμών, υποστηρικτικά προς τον εκπαιδευτικό και τις σχολικές μονάδες για την αντιμετώπιση και την αντιστάθμιση των εκπαιδευτικών και κοινωνικών προβλημάτων μέσα και έξω από το σχολείο. Για το λόγο αυτό, προτείνεται η πραγματοποίηση μιας ευρείας σύσκεψης στις αρχές του Σεπτέμβρη όλων των φορέων και υπηρεσιών που σχετίζονται με το σχολικό σύστημα, για να εξεταστεί το επίπεδο λειτουργίας των υποστηρικτικών θεσμών και να αναζητηθούν λύσεις για αποτελεσματικότερο συντονισμό των ενεργειών.
 Στόχος μας, γενικότερα, πρέπει είναι η ενίσχυση μιας υγιούς και θετικής κοινωνικοποίησης και η προληπτική και έγκαιρη απενεργοποίηση των αρνητικών παραγόντων, και όχι ο στιγματισμός και η περιθωριοποίηση παιδιών. Ένα ελκυστικό και δημιουργικό σχολείο που μορφώνει και κοινωνικοποιεί θετικά, δεν μπορεί να κάνει θαύματα σε ένα αρνητικό κοινωνικό περιβάλλον. Ωστόσο μπορεί να αποτελέσει ανάχωμα στην άλογη βία και στα αρνητικά πρότυπα που προβάλλονται με ποικίλους τρόπους και μορφές.
 Σε αυτή την κατεύθυνση ο κάθε υπεύθυνος φορέας και άτομα, καλούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Ο θεσμός της εκπαίδευσης, τα στελέχη του, οι εκπαιδευτικοί, εξ αντικειμένου, έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Χρειάζεται να ενδυναμώσουν και να ενισχύσουν την παιδαγωγική διάσταση του  εκπαιδευτικού τους έργου.
  Οι γονείς, η οικογένεια συνολικά, χρειάζεται να βρεθούν πιο κοντά στα παιδιά τους, να ενισχύσουν τους δεσμούς τους με το σχολείο συνειδητοποιώντας την ανάγκη για στενότερη και ουσιαστικότερη επικοινωνία και συνεργασία.  Ταυτόχρονα πρέπει να αξιοποιούν  τις ευκαιρίες που δίνονται συμμετέχοντας σε προγράμματα Συμβουλευτικής Γονέων που εφαρμόζονται και στο νομό μας από διάφορους φορείς, όπως, π.χ., από το Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων(Ι.Δ.Ε.Κ.Ε.), με στόχο την ενδυνάμωση του γονεϊκού τους ρόλου για να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν τις ποικίλες καθημερινές δυσκολίες στην επικοινωνία τους με τα παιδιά τους.
 Τέλος,  το δυσάρεστο αυτό περιστατικό πρέπει και μπορεί  να αποτελέσει την αφορμή να έλθουν στο προσκήνιο του δημόσιου διαλόγου τα μεγάλα και πιεστικά προβλήματα που απασχολούν την ελληνική εκπαίδευση και ευρύτερα την ελληνική κοινωνία. Σε αυτή την κατεύθυνση ρόλο και συνεισφορά έχουν τα Μ.Μ.Ε., έντυπα και ηλεκτρονικά, που χρειάζονται να δώσουν προτεραιότητα στην προβολή  και εμπεριστατωμένη, ψύχραιμη και υπεύθυνη παρουσίαση και ανάλυση θεμάτων που αφορούν την εκπαίδευση.

Ερμούπολη, 5/7/2006
Μαρία Τσαλικίδου, Πέτρος Σπανός, Σχολικοί Σύμβουλοι, επιμορφωτές Ι.Δ.Ε.Κ.Ε.
Από  το  διαδίκτυο

Δεν υπάρχουν σχόλια: