Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Ενθάρρυνση του εγκλήματος










Ποια αξία έχουν οι βαριές ποινές όταν οι κατάδικοι κυκλοφορούν νομίμως ελεύθεροι;

Από τα τέλη του 19ου αιώνα υποστηρίζει ο Εμμανουήλ Ροΐδης ότι «ενός νόμου έχομεν χρείαν : περί εφαρμογής των κειμένων νόμων». Και η αγανάκτηση αλλά και η αγωνία που συγκλονίζουν τη σημερινή ελληνική κοινωνία συγκλίνουν στην άποψη ότι τα σκάνδαλα και η γενικότερη διαφθορά και σήψη, που διαβρώνουν ακόμη και κορυφαίους θεσμούς, οφείλονται στην ατιμωρησία των παρανομούντων. Και αυτό συμβαίνει είτε διότι δεν κινούνται οι πειθαρχικές και διωκτικές διαδικασίες που προβλέπονται από τους νόμους είτε διότι δεν επιβάλλονται οι ανάλογες προς το έγκλημα ποινές.

H διαπίστωση είναι σωστή. Και ασφαλώς είναι πια καιρός να σταματήσει η εσκεμμένη ατιμωρησία, η οποία δυστυχώς βαθμιαία τείνει να θεωρείται δημοκρατική κατάκτηση για ορισμένους αδιάντροπους, που έχουν περάσει μάλιστα στην κοινωνική συνείδηση ως προστάτες της δημοκρατίας, ενώ στην πραγματικότητα πρωτοστατούν στην υπονόμευσή της. Πρόκειται όμως για τη μισή αλήθεια. H άλλη μισή είναι ότι η διαφθορά και η ατιμωρησία οφείλονται ή διευκολύνονται από τη σχολαστική και τυφλή εφαρμογή κάποιων νόμων που είναι εμπνευσμένοι είτε από αφελείς αιθεροβάμονες είτε από νονούς του εγκλήματος.

Συχνά ακούμε στην τηλεόραση και διαβάζουμε στις εφημερίδες ότι στον τάδε επεβλήθη βαριά ποινή φυλακίσεως, καθείρξεως ή ακόμη και ισόβια. Και μπορεί έτσι να ικανοποιείται το περί δικαίου αίσθημα αλλά στην πραγματικότητα ποτέ δεν εκτίονται οι επιβαλλόμενες ποινές, που έχουν ονομαστική μόνο και όχι πραγματική αξία. Εξανεμίζονται με την εφαρμογή άλλων «κατάλληλων» διατάξεων του ποινικού κώδικα, λ.χ. με την υφ' όρον απόλυση. Με το πρόσχημα της αποσυμφόρησης των φυλακών εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, εγκληματίες κυκλοφορούν ελεύθεροι ανάμεσά μας, είτε εκ λόγων ύποπτης επιείκειας είτε διότι μετατρέπεται η φυλάκιση σε προνοητικά ασήμαντη χρηματική ποινή. Και φυσικά οι ληστές, λαθρέμποροι, έμποροι ναρκωτικών ή λευκής σαρκός έχουν μπόλικα μαύρα χρήματα για να ικανοποιήσουν όχι μόνο τις ελαστικές συνειδήσεις επίορκων δικαστών αλλά και τις ταμειακές ανάγκες του δημόσιου ταμείου. Προσέξτε και φρίξτε: Επί τη βάσει των ισχυόντων, για την υφ' όρον απόλυση καταδίκου από τις φυλακές ο καταδικασθείς σε κάθειρξη 20 ετών απολύεται αφού εκτίσει τα 3/5 της ποινής του, δηλαδή αφού εκτίσει 12 χρόνια. Αλλά και από αυτά τα 12 χρόνια που υποτίθεται ότι θα παραμείνει στη φυλακή δεν απαιτείται να εκτίσει πραγματικά παρά τα έξι χρόνια και οκτώ μήνες (η έκτιση υπολογίζεται διπλή αν εργάζεται με αμοιβή εντός φυλακής). Αυτά προβλέπει η ενθαρρυντική του εγκλήματος νομοθεσία μας. Σημειώνω μάλιστα ότι χάρη στις πρόδηλα εμπνευσμένες από εγκληματικούς εγκεφάλους διατάξεις περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, που εισηγούνται πονηρά παρακινούμενοι υπουργοί και ψηφίζουν απονήρευτοι ή μη βουλευτές, δεν επιτρέπεται να λαμβάνουμε γνώσιν του ποινικού μητρώου του δασκάλου των παιδιών μας, που μπορεί να έχει καταδικασθεί για βιασμό ανηλίκων, ή του υποψηφίου για ταμία της επιχείρησής μας, για να μην ανακαλύψουμε ότι έχει φυλακισθεί στο παρελθόν ως καταχραστής. Αφήστε που ως τρία χρόνια ποινή φυλάκισης δεν εκτίεται αν πληρώσουν οι καταδικασθέντες. Ακόμη και τα ισόβια δεσμά είναι καθαρή απάτη αφού ο νόμος προβλέπει την αποφυλάκιση όλων των ισοβιτών ύστερα από κάποια χρόνια.

Αυτός λοιπόν είναι ο νομικός μας πολιτισμός για τον οποίον πολλοί είναι υπερήφανοι, μολονότι στην πραγματικότητα διευκολύνει, αν δεν επιβραβεύει, το έγκλημα και ιδιαίτερα το κατ' επάγγελμα αφού συμφέρει όσους το διαπράττουν.


Από τον ημερήσιο Τύπο
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: