Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Αβεβαιότητα στο χώρο της εργασίας









  










Ένα από τα πιο «δυσβάσταχτα» συμπτώματα της παγκοσμιοποίησης είναι ίσως η κατάρρευση των παλαιών βεβαιοτήτων που σηματοδότησαν την ανθρώπινη πρόοδο την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης, χωρίς την υποκατάστασή τους από νέες, έστω και διαφορετικές. Η αίσθηση ότι ο σημερινός άνθρωπος επηρεάζει όλο και λιγότερους παράγοντες της ζωής του, ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με αναρίθμητους και απροσδιόριστους κινδύνους, γιγαντώνει το συναίσθημα του φόβου για το μέλλον, ενός φόβου που καταλήγει να είναι αυτοτροφοδοτούμενος, αλλά και αυτοδικαιούμενος.
Η διαπίστωση αυτή ισχύει κατά μείζονα λόγο και για τον κόσμο της εργασίας. Η κατάρρευση των βεβαιοτήτων που αφορούν την εργασία είναι ίσως η πιο επώδυνη από όλες τις ανατροπές που βιώνουμε, καθώς η εργασία αποτελεί τον πυρήνα της ευημερίας στον δυτικό κόσμο. Η ρευστότητα της απασχόλησης και των εργασιακών σχέσεων, η οποία αντανακλάται στην έκρηξη της περιστασιακής και επισφαλούς απασχόλησης, στην υπονόμευση των συλλογικών δικαιωμάτων, στην κατάργηση θέσεων εργασίας και την αδυναμία δημιουργίας νέων και στον κατακερματισμό της αγοράς εργασίας σε ένα μωσαϊκό μορφών και καθεστώτων απασχόλησης συνιστά μια νέα απειλή, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τα παραδοσιακά εργαλεία και τις συμβατικές πολιτικές, αφού οι πολιτικές αυτές στηρίζονται σε σταθερές και παραδοχές που έχουν πάψει πλέον να υφίστανται, όπως π.χ. η πλήρης και σταθερή εργασία ως τη συνταξιοδότηση, το υπόδειγμα της μαζικής παραγωγής, η εξασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, η οικονομική ανάπτυξη, το κοινωνικό κράτος κ.λπ.
Στην Ελλάδα αυτές οι κοσμογονικές αλλαγές στο τοπίο της απασχόλησης εκδηλώνονται με σημαντική χρονική υστέρηση αλλά και μεγάλη ένταση. Η ανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών και η συντριπτική κυριαρχία των μικρομεσαίων (ιδίως των πολύ μικρών) επιχειρήσεων ευνοούν τη συνεχή αύξηση των περιστασιακών και αβέβαιων θέσεων εργασίας. Η ανάγκη των επιχειρήσεων για μεγαλύτερη ευελιξία στην οργάνωση της εργασίας, προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις ανταγωνιστικές πιέσεις, εξακολουθεί να καλύπτεται από την ευρεία χρήση (παράνομων και νόμιμων) υπερωριών, συμβάσεων ορισμένου χρόνου, «ψευδο-ανεξάρτητης» απασχόλησης, και- συχνά- της αδήλωτης (και ανασφάλιστης) εργασίας, που γνωρίζει νέες δόξες με τη μαζική εισροή μεταναστών στη χώρα μας. Έτσι, όμως, όχι μόνο αναπαράγεται, αλλά και ενισχύεται το παραγωγικό μοντέλο που βασίζεται κυρίως στη διαρκή συμπίεση του εργατικού κόστους και στην αποδυνάμωση των συλλογικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Αποτέλεσμα αυτής της αδιέξοδης «κούρσας προς τον πάτο» είναι η συνεχής υποβάθμιση των όρων και των συνθηκών εργασίας. Εξαίρεση σε αυτή την πρακτική του «ελάχιστου κοινού παρονομαστή» αποτελούν λιγοστές επιχειρήσεις που στηρίζουν την ανάπτυξή τους στην καινοτομία και την επένδυση στη γνώση.
Η κατάρρευση των βεβαιοτήτων που αφορούν την εργασία είναι ίσως η πιο επώδυνη από όλες τις ανατροπές που βιώνουμε, καθώς η εργασία αποτελεί τον πυρήνα της ευημερίας στο δυτικό κόσμο. Η υποβαθμισμένη και αβέβαιη εργασία δεν αποτελεί, βέβαια, καινούργιο φαινόμενο (ας μην ξεχνάμε το φασόν, τα συμβοηθούντα μέλη νοικοκυριού κ.λπ.). Απλώς τώρα αλλάζει μορφή (ψευδο-ανεξάρτητη απασχόληση, περιστασιακή απασχόληση κ.λπ.) και πλήττει ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού. Αν στο παρελθόν αφορούσε κατά κύριο λόγο τους ανειδίκευτους εργάτες και τις γυναίκες, σήμερα η υποβάθμιση και ο αβέβαιος χαρακτήρας της απασχόλησης αφορά εξίσου και άτομα υψηλών προσόντων και δεξιοτήτων και των δύο φύλων που κατατάσσονται όλο και συχνότερα μεταξύ των περιστασιακά απασχολούμενων με επισφαλή δικαιώματα. Αντίθετα, μεταξύ των απασχολουμένων με σταθερή σχέση εργασίας και διασφαλισμένα δικαιώματα συναντά κανείς και εργαζομένους χαμηλών προσόντων, αλλά με προσβάσεις στις «καλές» θέσεις εργασίας.
Κύρια χαρακτηριστικά των «κακών» θέσεων εργασίας σήμερα είναι οι χαμηλές αμοιβές, η καταπάτηση θεμελιωδών εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, η εξατομίκευση των συμβάσεων σε βάρος της συλλογικής διαπραγμάτευσης και η έλλειψη προοπτικών εξέλιξης, αλλά και αξιοποίησης των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των εργαζομένων. Στον αντίποδα, οι «καλές» θέσεις εργασίας (είτε στον ιδιωτικό είτε στον δημόσιο τομέα) συναρτώνται συνήθως με εργασιακή ασφάλεια, κατοχύρωση των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, υπαγωγή σε συλλογικές διευθετήσεις, προοπτικές εξέλιξης και σχετικά πιο αξιοπρεπείς αμοιβές. Ο όρος «αξιοπρεπείς αμοιβές» δεν αφορά, φυσικά, κάποια διευθυντικά στελέχη του ιδιωτικού τομέα, οι αμοιβές των οποίων έχουν εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα ύψη. Ωστόσο, η πρόσβαση σε αυτές καθίσταται ολοένα και πιο δυσχερής και αβέβαιη και συνδέεται στενά με το διαθέσιμο ατομικό κοινωνικό κεφάλαιο μιας διαρκώς συρρικνούμενης «προνομιούχας» ομάδας του πληθυσμού.
Σε παρόμοιο περιβάλλον εκτεταμένης παραβίασης της νομοθεσίας και απουσίας κυρώσεων, η συνεχής (και με διάφορες προφάσεις) απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, το μόνο που εξασφαλίζει είναι υποδεέστερες θέσεις εργασίας και περαιτέρω εγκλωβισμό του παραγωγικού συστήματος της χώρας σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλών επιδόσεων, τεχνολογικής υστέρησης και επικυριαρχίας της κουλτούρας της ευκολίας και του «δός ἡμῖν σήμερον», με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το (όχι και πολύ μακρινό) μέλλον.
Αν στις προηγμένες και συγκροτημένες Δυτικές χώρες η γενικευμένη και προϊούσα αβεβαιότητα (οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική) διαβρώνει τα θεμέλια της ίδιας της ύπαρξης της κοινωνίας της ευημερίας και απειλεί το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο, μπορούμε να φανταστούμε πόσο εύθραυστη, εφήμερη και πλασματική είναι η δική μας «ευημερία», η οποία στηρίζεται σε σαθρό παραγωγικό υπόβαθρο, που σε σημαντικό βαθμό οφείλει τη βιωσιμότητά του στην υποβαθμισμένη και επισφαλή εργασία του εργατικού δυναμικού (ημεδαπού και αλλοδαπού). Αν αυτό είναι το όραμά μας και το οπλοστάσιό μας για να αντιμετωπίσουμε τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας, τότε έχουμε εξασφαλίσει τουλάχιστον μία «βεβαιότητα»: ότι το συναίσθημα του φόβου για το μέλλον είναι απολύτως δικαιολογημένο και επιβεβλημένο.
Υπάρχει αντίδοτο σε αυτή την γκρίζα προοπτική; Μπορούμε ίσως να παραδειγματιστούμε από την εμπειρία δύο μικρών ευρωπαϊκών χωρών, της Ιρλανδίας και της Φινλανδίας, που κατάφεραν να ξεπεράσουν τη βαθιά οικονομική κρίση στην οποία είχαν περιπέσει (τη δεκαετία του ΄80 και του ΄90 αντίστοιχα) και να αναδειχτούν σταδιακά μεταξύ των πιο ανταγωνιστικών οικονομιών στον κόσμο. Ποια ήταν τα συστατικά της επιτυχίας τους; Σταχυολογούμε μερικά:
●Επένδυση στην εκπαίδευση, τη διά βίου μάθηση και τις νέες τεχνολογίες.
●Ευρύτατο κοινωνικό συμβόλαιο που περιελάμβανε τα πολιτικά κόμματα, τις εργοδοτικές και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις.
●Ένα αποτελεσματικό κράτος με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και όραμα.
●Ξεσκαρτάρισμα των μη βιώσιμων και μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων.
●Αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο και εφαρμογή των ρυθμίσεων.
Όσο και αν για τη χώρα μας τα προαπαιτούμενα αυτά φαντάζουν εξωτικά και εξωπραγματικά, αποτελούν μονόδρομο προκειμένου- έστω και με σημαντική καθυστέρηση- να επιτύχουμε έναν στρατηγικό αναπροσανατολισμό, μια αλλαγή του παραγωγικού μας υποδείγματος, που θα δίνει έμφαση στη γνώση, στην καινοτομία και στην ποιότητα, και όχι στο χαμηλό κόστος και στην «αρπαχτή».
Από τον Τύπο
Αλίκη Μουρίκη
Κοινωνιολόγος, Ερευνήτρια του ΕΚΚΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια: