Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Οικονομική κρίση και ελληνική νεολαία




















Είμαι 26 χρονών. Δηλαδή ούτε μεγάλος, ούτε μικρός. Είμαι νέος αλλά όχι πολύ. Στο σχολείο διάβαζα πάρα πολύ, χωρίς να σημαίνει ότι το έκανα αυτό για να μπω στη Νομική ή σε κάποια άλλη σχολή υψηλής ζήτησης. Το έκανα επειδή αυτό πίστευα ότι ήταν το σωστό. Ήμουν πολύ διαβαστερός και στο Λύκειο έκανα πολλά ιδιαίτερα μαθήματα (παραπαιδεία). Ζω σε μια χώρα που ανήκει από μόνη της σε μια ειδική κατηγορία γιατί συνδυάζει τις συνέπειες από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 με τα αδιέξοδα made in Greece. Είμαι τυχερός, μέσα στην ατυχία μου, στη ζωή μου. Μια από τις ατυχίες αυτές είναι που είμαι στην ηλικία που ξεκινάω την επαγγελματική μου πορεία σε μια εποχή κρίσης, αβεβαιότητας και ανεργίας.


Η οικονομική κρίση (που βέβαια δεν είναι μόνο οικονομική) χτυπάει ιδιαίτερα εμάς τους νέους, οι οποίοι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ποσοστά ανεργίας ρεκόρ στη Μεταπολίτευση (τουλάχιστον) και αβέβαιη επαγγελματική προοπτική. Το ποσοστό ανεργίας των νέων κάτω των 24 ετών είναι της τάξης του 60% και για τους λίγο μεγαλύτερους κινείται γύρω στο 35%. Αυτό, όμως, δεν είναι το χειρότερο, αλλά ότι όλοι εμείς οι νέοι αιφνιδιαστήκαμε από αυτή την κρίση αλλά και ότι δεν ευθυνόμαστε γι” αυτή. Στα σχολικά μας χρόνια διαβάζαμε και πηγαίναμε στα φροντιστήρια και πολλοί από εμάς δεν ζήσαμε φυσιολογική εφηβεία εξαιτίας αυτής της καταναγκαστικής εκπαίδευσης (που βασιζόταν στην παπαγαλία ως επί το πλείστον). Μπήκαμε στο ελληνικό πανεπιστήμιο από το οποίο πολλοί από εμάς απογοητευτήκαμε, αφού άλλα περιμέναμε. Πολλοί διαπιστώσαμε ότι το πανεπιστήμιο είναι απλά η συνέχεια της παπαγαλίστικης εκπαίδευσης, ένα ακόμα προπύργιο του επόμενου σταδίου που θα ήταν η επαγγελματική σταδιοδρομία. Πόσες και πόσες σχολές, όμως, οδηγούσαν κατευθείαν στην ανεργία ή σε ασαφή επαγγελματικά μονοπάτια;

Μέχρι το 2008 η εκπαίδευση και ο οικογενειακός σχεδιασμός είχαν να κάνουν με το ελληνικό όνειρο, το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε σε εφιάλτη. Το βιοτικό επίπεδο των περισσοτέρων οικογενειών ανέβαινε, βοηθούμενο από τα επιχειρηματικά, τα στεγαστικά και τα καταναλωτικά δάνεια. Η ένταξη στην αγορά εργασίας ήταν σχεδόν εξασφαλισμένη για τους νέους εκείνης της εποχής. Ακόμα και αυτοί που δεν είχαν διάθεση να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στον ανταγωνιστικό ιδιωτικό τομέα, μπορούσαν να εξασφαλίσουν ένα πτυχίο από την τριτοβάθμια εκπαίδευση το οποίο θα οδηγούσε στην πρόσληψη τους στο Δημόσιο. Διάβασα ότι την περίοδο 2004-2009 πραγματοποιήθηκαν μαζικές προσλήψεις στο Δημόσιο, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι πρωτογενείς δαπάνες πέρα από το όριο ασφαλείας και να ξεπεράσει το δημοσιονομικό έλλειμμα το 15% του ΑΕΠ. Θα ήθελα να ήμουν νέος τότε…Το Δημόσιο που όλοι κακολογούσαν, σήμερα μοιάζει με χαμένο παράδεισο.

Από τα τέλη του 2008 η ελληνική οικονομία μπήκε σε περίοδο ύφεσης, τα φαινόμενα ύφεσης αυξήθηκαν το 2009 και το 2010, κορυφώθηκαν το 2011 και το 2012. Όταν εγώ, δηλαδή, ήμουν 23-25 χρονών, στην πιο παραγωγική μου ηλικία. Δεν είναι μόνο ότι ένας νέος δεν βρίσκει δουλειά στην ηλικία αυτή. Ας πούμε ότι οι γονείς του φροντίζουν για τα έξοδα, κάτι πολύ σύνηθες άλλωστε. Είναι ο ψυχολογικός παράγοντας. Με την εργασία νιώθεις χρήσιμος, ότι προσφέρεις, σου δίνει δύναμη, σου τονώνει την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμηση. Η έλλειψη εργασίας οδηγεί στα αντίθετα αποτελέσματα. Όταν είσαι νέος, τα παίρνεις όλα πολύ πιο σοβαρά. Πληγώνεσαι πιο εύκολα, η αυτοεκτίμηση σου είναι πολύ πιο εκτεθειμένη και εύκολα μπορεί να τσακιστεί η ψυχολογία σου.

Δε κατάφεραν μόνο να αδειάσουν τις τσέπες μας, χειρότερα κατάφεραν να μας διαλύσουν την ψυχολογία, τον αυτοσεβασμό, αλλά και τα όνειρα μας. Είναι πολύ δυσάρεστο να είσαι νέος και να ζεις μίζερα, να μην κάνεις όνειρα. Και στο φινάλε, ποιος θα κάνει καλύτερη την κοινωνία αυτή και θα βοηθήσει στην έξοδο από την κρίση και την ελάττωση των παθογενειών της ελληνικής κοινωνίας αν όχι εμείς οι νέοι; Ποιος;  Δεν είναι οξύμωρο ότι κόβουν τα φτερά και αποκλείουν αυτούς που μπορούν να βοηθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα; Μα έτσι η κρίση διογκώνεται ακόμα περισσότερο. Με ευθύνη των μεγαλυτέρων εμείς οι νέοι βρεθήκαμε προ εκπλήξεως και ενώ μας είχαν προετοιμάσει για το…greek dream, βρήκαμε μπροστά μας έναν εφιάλτη με μιζέρια, κακή ψυχολογία, γκρίνια, θλίψη και οργή.

Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής κρίσης είναι η βασική αντίθεση μεταξύ της γενιάς που προκάλεσε την κρίση και αυτής που θα πληρώσει το λογαριασμό. Κινδυνεύουμε από έναν ιδιόμορφο πόλεμο γενεών, εάν δεν πάρουμε, σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο, την πρωτοβουλία για τη γεφύρωση του χάσματος. Με τη βοήθεια της δημογραφικής γήρανσης και της μεγάλης εξάρτησης των κομμάτων εξουσίας από τους ψηφοφόρους άνω των 55 ετών, το πολιτικό σύστημα φροντίζει, μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο των μνημονίων, περισσότερο τους μεγαλύτερους και λιγότερο εμάς τους νεότερους. Περάσαμε μέσα σε λίγα χρόνια από τη γενιά των 700 ευρώ στην άνεργη γενιά των 450 ευρώ. Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, αυτό που αντίκρισα και βίωσα δεν είχε καμία σχέση με αυτό που περίμενα. Αντίθετα, ήταν το χειρότερο που θα μπορούσα να φανταστώ. Δεν ήξερα, όμως, τότε, στα 18 μου, ούτε τη σημασία της δουλειάς, ούτε τι θα ερχόταν μερικά χρόνια μετά. Αν γνώριζα θα τα έκανα αλλιώς. Δε θα πήγαινα ποτέ στο πανεπιστήμιο, δε θα έδινα καν Πανελλήνιες. Θα πήγαινα κατευθείαν σε ιδιωτική σχολή και θα έβρισκα παράλληλα μια δουλειά.

Έτσι όλα θα ήταν αλλιώς. Θα είχα το κεφάλι μου και τη συνείδηση μου ήσυχη. Όλα θα ήταν πολύ καλύτερα. Αντίθετα, τώρα, έχω (έχουν) καταφέρει να καταστρέψω (καταστρέψουν) την ψυχολογία μου και να χάσω την αυτοπεποίθηση μου. Τον ίδιο μου τον εαυτό. Εγώ και πολλοί άλλοι χιλιάδες νέοι. Τι πρέπει να γίνει ακόμα και τώρα που όλα είναι διαλυμένα και θλιβερά για μας τους νέους; Όσο κλισέ και να ακούγεται «δεν είναι αργά». Αυτό που χρειάζεται είναι η δημιουργία ευκαιριών επιτυχημένης προσαρμογής και στη συνέχεια εξέλιξης εμάς των νέων με τη βοήθεια του οικογενειακού περιβάλλοντος, εφόσον είναι φανερό ότι αυτό το κενό δεν μπορεί, δυστυχώς, να καλυφθεί (ενώ θα έπρεπε) αυτή την περίοδο από το κράτος και την ίδια την κοινωνία.

Νομίζω ότι εμείς, η νέα γενιά, αν και είμαστε διαλυμένοι, εξοργισμένοι και θλιμμένοι από τη μετατροπή του ελληνικού ονείρου σε οικονομικό και κοινωνικό εφιάλτη, θα τα καταφέρουμε. Γιατί, λένε, ότι όταν πιάνεις πάτο (και εμείς σίγουρα πιάσαμε πάτο) δεν υπάρχει άλλο από το να ανέβεις προς τα πάνω. Το θέμα είναι πόσο θα προσπαθήσουμε και πόσο θα μας βοηθήσουν να ανεβούμε πάνω. Κάποιοι θα ανέβουν λίγο, άλλοι πολύ, άλλοι θα συνεχίσουν να είναι στον πάτο… Εμείς οι νέοι της παράξενης και αψυχολόγητης αυτής χώρας, βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στη μεγαλύτερη πρόκληση της τελευταίας πεντηκονταετίας. Καλούμαστε να λειτουργήσουμε σε ένα πολύ δύσκολο και αβέβαιο περιβάλλον για να βγάλουμε από την κρίση το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, και τους μεγαλύτερους, που έχουν την ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση.

Σκέφτομαι, όμως, έπειτα. «Αξίζει όλο αυτό; Αξίζει να παλέψω και να υποφέρω γι” αυτούς τους ανθρώπους; Αυτοί τι κάνανε για μένα;». Ξέρω ότι σύντομα οι σκέψεις μου αυτές δε θα έχουν κανένα νόημα, όταν θα αναγκαστώ να βρω δουλειά για να πληρώνω τους λογαριασμούς και τα χαράτσια που μας επιβάλλουν. Ξέρω ότι δε θα έχει νόημα όταν θα θέλω να διασκεδάσω αγοράζοντας πράγματα για την πάρτη μου, αφού ζω σε αυτή την καταναλωτική ανταγωνιστική κοινωνία. Θα λειτουργώ, δηλαδή, εντελώς ατομικά και δε θα με νοιάζει το κοινωνικό σύνολο, αφού αυτό θα μου έχει δημιουργήσει εχθρικά αισθήματα. Αξίζει να προσφέρεις σε αυτούς που σε πλήγωσαν και σε διέλυσαν;

Όχι. Αντίθετα, αξίζει να τους εκδικηθείς. Και ίσως η εκδίκηση θα είναι να γίνεις εγωιστής και πολύ ανταγωνιστικός και φιλόδοξος. Γιατί η ευτυχία, όπως γράφει ένας τοίχος, θα είναι η εκδίκησή μας.

Άρθρο που μας έστειλε ο Στέφανος Μάξιμος μέσω του info[at]neolaia.gr


www.neolaia.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: