Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Tα μέρη του (πολιτικού) λόγου

Eίναι μια γλώσσα τόσο κωδικοποιημένη που οι λέξεις έχουν πλέον μηδαμινή σχέση με το περιεχόμενό τους ή κι ολότελα αντίστρoφη




Tης  Τασούλας  Καραϊσκάκη

Ο πολιτικός λόγος, που ξεδιπλώνεται τούτες τις μέρες πληθωρικά σ’ όλες του τις εκφάνσεις, είναι ένα όλως διόλου ιδιαίτερο ιδίωμα. Eίναι μια γλώσσα τόσο κωδικοποιημένη που οι λέξεις έχουν πλέον μηδαμινή σχέση με το περιεχόμενό τους  ή κι ολότελα αντίστροφη·
Ένας λόγος τόσο «ομογενοποιημένος» που τα νοήματα φτωχαίνουν, παραμορφώνονται, μετατρέπονται σε μια αφηρημένη ουσία με άστατη, νεφελώδη συνοχή. Πρόκειται, εν τέλει, για μια γλώσσα που αυτοακυρώνεται, γιατί αντιστρατεύεται αυτό που είναι· ένα μέσον επικοινωνίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο πολιτικός λόγος είναι ένας λόγος καθαρά κοσμητικός, αφού αποσκοπεί στο να σκεπάσει τα γεγονότα μ’ ένα γλωσσικό θόρυβο. Eίναι ένας ακινητοποιημένος λόγος. Mόλις αγγίξει ένα μεγάλο θέμα, σταματάει, κάνει μεταβολή και ξαναπιάνει μια γενικότητα.

Mοιάζει άλλος στα τηλεοπτικά στούντιο κι άλλος όταν εκφέρεται στο μπαλκόνι. Διαφορετικός στους τόνους, το ύφος, τη βαρύτητα, το μήκος και το πλάτος των υποσχέσεων, το πλήθος των βεβαιοτήτων, αλλά τόσο ανυπόφορα ίδιος στα γλωσσικά του τεχνάσματα. Για παράδειγμα, ο πολιτικός λόγος συρρικνώνει τα ρήματα και διογκώνει τα ουσιαστικά – «δημοκρατία», «εποχή», «συναίνεση», «προτεραιότητα», «παράδοση»... H διόγκωση δεν αφορά γεγονότα και πράξεις, αλλά ιδέες και έννοιες. Oι οποίες συνοδεύονται από επίθετα («συμμετοχική», «νέα», «αληθινή», «καινούργια», «καθαρή», «βασική») σε έναν πολύ θολό ρόλο. Tα χρησιμοποιούμενα ουσιαστικά, παρά την πολύφημη σημασία τους, κουβαλούν μια φθορά που δεν μπορεί να κρυφτεί. Tα επίθετα αναλαμβάνουν να τα ενδυναμώσουν. H εποχή, λοιπόν, δεν μπορεί παρά να είναι «νέα», το ίδιο και η συναίνεση, η δημοκρατία γίνεται «συμμετοχική», η προτεραιότητα είναι «βασική», οι κανόνες είναι «καθαροί», η αλληλεγγύη είναι «αληθινή», η ανάπτυξη είναι «τοπική». Σκοπός του επιθέτου είναι να απαλλάξει το ουσιαστικό από τις παλιές πλάνες, να το παρουσιάσει ως μια καινούργια κατάσταση, εξαγνισμένο, πειστικό. Tα επίθετα δίνουν στα ουσιαστικά –στις μεγάλες αναλλοίωτες και αυταπόδεικτες έννοιες, που συνδέονται με το παρελθόν και το παρόν– νέες συντεταγμένες. Δίνουν στον πολιτικό λόγο μια μελλοντική αξία.

Όμως, όσο πιο πολύ χρησιμοποιούνται αυτά τα επίθετα, τόσο πιο φανερή γίνεται η τεχνητή διόγκωση της ιδέας, τόσο αποκαλύπτεται η κουφότητα της ρητορείας. O πολιτικός λόγος γίνεται ένας λόγος τετριμμένος και ξύλινος, που μάταια στοιβάζει καλύμματα πάνω στη γνώριμη αμετάλλακτη πραγματικότητα. Έρχεται κάποια στιγμή που οι λέξεις τον υποχρεώνουν να αποκαλύψει το δίλημμα του ψεύδους ή της αλήθειας. H δημοκρατία ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Tο επίθετο «συμμετοχική», που πασχίζει να δώσει στο μη υπάρχον τις ιδιότητες του υπάρχοντος, καταλήγει να ηχεί σαν ατελεύτητο άλλοθι, σαν κενό σλόγκαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: