Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Ανεργία και ψυχολογία


Το φάντασμα της ανεργίας πλήττει την Ευρώπη. Οι αριθμοί ακόμα και όταν δεν ψεύδονται είναι αμείλικτοι. Το φράγμα του 20% έχει πλέον ξεπερασθεί. 400.000 επισήμως αναγνωρισμένοι άνεργοι στη χώρα μας, ενώ αλλού η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη (βλέπε Ισπανία, Ιταλία).

ΠΙΣΩ όμως από τις στατιστικές και τα ψυχρά νούμερα υπάρχει ένας μεγάλος αγνοούμενος : ο άνεργος και ο ψυχισμός του. Η έρευνα στον τομέα αυτό είναι εξαιρετικά ελλιπής.

Όμως η γνώση της ψυχολογίας, η διερεύνηση του βιώματος του κοινωνικού αποκλεισμού στις διάφορες θιγόμενες πληθυσμιακές ομάδες (νέοι, γυναίκες, άτομα με ειδικές ανάγκες, ευκαιριακοί, χρόνια άνεργοι) θα ήταν ένα κλειδί για την κατά το δυνατόν λιγότερο τεχνικότροπη και στενά οικονομιστική παρέμβαση. Άνεργος δέν είναι ένα άτομο που έχει χάσει τη δουλειά του. Είναι ένα άτομο που έχει χάσει την ταυτότητά του, που δεν ξέρει τι να κάνει με τον χρόνο, την οικογένειά του, τη ζωή, τον εαυτό του. Ένας άνεργος δεν είναι κάποιος που ψάχνει για δουλειά, είναι κάποιος που ψάχνει για στηρίγματα επιβίωσης. Μαζί με τη δουλειά χάνεις στο συμβολικό επίπεδο πολύ περισσότερα από οικονομικά αγαθά. Χάνεις την αυτοεκτίμηση, τον αυτοσεβασμό, την αξιοπρέπειά σου.

Δεν είναι να απορεί κανείς. Αρκεί να συλλογισθούμε πόσο εργασιοκεντρική είναι η κοινωνία μας. Η εργασιακή εξειδίκευση γίνεται γενική ταξινομητική μήτρα. Χωρίς κρυσταλλωμένες επαγγελματικές ιδιότητες το άτομο δεν σημαίνει τίποτα. Δεν είναι αναγνώσιμο και άρα δεν υπάρχει.

Το «Who am i» είναι ένα αποκαλυπτικό ψυχολογικό τεστ του Κέμπερ. Το άτομο καλείται να δώσει πέντε απαντήσεις, έτσι όπως του έρχονται αβίαστα στο μυαλό, στο ερώτημα «ποιος είμαι». Η επαγγελματική ιδιότητα έρχεται πρώτη. Μέσα από το επάγγελμα το άτομο κατοχυρώνει την υπαρξιακή του επιβίωση.

Εύλογο, λοιπόν, είναι η ανεργία να επιφέρει σημαντικές ψυχικές διαταραχές. Δεν είναι τυχαίο ότι το 20% μόνον, όπως φανερώνουν σχετικές έρευνες, από όσους έχουν επίδομα εργασίας ψάχνουν συστηματικά για δουλειά. Ο λόγος δεν είναι επειδή είναι τεμπέληδες (ένα αγαπημένο νεοφιλελεύθερο σλόγκαν) ή επειδή «βολεύονται με το επίδομα», που φυσικά απέχει πολύ από το να τους εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή ανεξάρτητη διαβίωση. Ο λόγος είναι ότι ταυτίζονται με τον ρόλο της ανημποριάς, της ηττοπάθειας, της χασούρας που συνοδεύει το στίγμα του ανέργου.

«Είμαι τελειωμένος», έλεγε ένας άνεργος. Ήταν μόλις 26 χρόνων. Την ίδια ακριβώς φράση χρησιμοποιούν οι παρατημένοι στα ιδρύματα γέροι. Ένας νέος 26 ετών κι ένας γέρος! Η κοινωνία μας μέσα από την παραγωγή της ανεργίας είναι σαν να παράγει γεροντικούς νέους. Πένθος, κατάθλιψη, αυτο-μομφή, συμπεριφορές φυγής όπως τα ναρκωτικά, ο αλκοολισμός. Αλλά και βία και επιθετικότητα για όσους διαλέξουν σαν άμυνα όχι την εσωτερίκευση της βίας, αλλά την προβολή της προς τα έξω.

«Rejecting the rejectors» (απορρίπτοντας αυτούς που σε απορρίπτουν) είναι ένας μηχανισμός που αναπτύσσεται μέσα στο κλειστό σύστημα των φυλακών και θεωρείται υπεύθυνος για την υποκουλτούρα βίας και τις συνεχείς εξεγέρσεις των εγκλείστων. Ο παραλληλισμός που μου έρχεται στον νου δεν είναι άστοχος. Μια φυλακή δεν είναι η ανεργία; Ένα κλειστό ίδρυμα που ερήμην του εγκλείστου ρυθμίζει τη ζωή του. Επιπλέον, σήμερα με τις ραγδαίες τεχνολογικές και γνωσιακές αλλαγές είναι εξαιρετικά εύκολο άπαξ και βγεις από τον κοινωνικό ιστό, άπαξ και γίνεις έστω για λίγο «μη απασχολήσιμος» να γίνεις τεχνολογικά και γνωσιακά παρωχημένος.

Με βάση τα παραπάνω γίνεται κατανοητό γιατί οι λιγοστές έρευνες, που έχουν γίνει στο εξωτερικό, βρήκαν ότι τα ψυχολογικά αποτελέσματα της χρόνιας ανεργίας ισοδυναμούν με τα λεγόμενα αρνητικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας. «Άγχος, κατάθλιψη, απάθεια, ευερεθιστικότητα, αρνητικότητα, απομόνωση, απαξίωση του εαυτού».

Δύσκολο να αποδεχτείς πως το «διαρθρωτικό» φαινόμενο της ανεργίας είναι το τίμημα που έχουμε να πληρώσουμε για την ανάπτυξη και την πρόοδο. Η Ευρώπη είναι αρκετά μεγάλη και ισχυρή σήμερα, ώστε να τολμήσει να επανα-ιεραρχήσει τις σχέσεις της ανάμεσα στην αύξηση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας από τη μια μεριά και το δικαίωμα της κατοχυρωμένης εργασίας από την άλλη. Ακόμα και αν εμφανίζεται μια αντίθεση ανάμεσα σε αυτά τα δύο desiderata. Όλες οι μορφές μεγάλων και ταχύρρυθμων κοινωνικών μετασχηματισμών έχουν κόστος, θύματα. Αλλά όταν τα θύματα αυτά ξεπεράσουν μια κρίσιμη μάζα, όταν δηλαδή περιστοιχισθούν από κοινωνικές εκατόμβες, τότε είναι πολύ αμφίβολο για το κατά πόσον η τεχνική πορεία προς την ουδέτερη πρόοδο, μπορεί όχι μόνον να ανακοπεί αλλά και να εκραγεί εις τα εξ ων συνετέθη. Η λύση, όμως, όπως πάντα θα βγει από μια συγκροτημένη πολιτική βούληση που θα προσδώσει στην έννοια της προόδου το χαμένο της ηθικό περιεχόμενο. Η βούληση αυτή αφορά τη ζωή όλων μας. Αφορά το παρόν και το μέλλον μας. Αξίζει να της δοθεί λόγος, σάρκα και πνοή.
Φωτεινή Τσαλίκογλου
Εφημερίδα   Τα  Νέα
1998
Η Φωτεινή Τσαλίκογλου είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: